Outsourcing : Μία απόφαση αγοράς – δημιουργίας ή και ενοποίηση – διάσπαση των δραστηριοτήτων

0

Μαργαρίτη Μαρία, φοιτήτρια οικονομικών επιστημών Α.Π.Θ.

Το outsourcing δεν είναι ένα νέο φαινόμενο αλλά υπάρχει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ο όρος outsourcing έχει γίνει σχετικά πρόσφατα γνωστός λόγω της έντονης χρήσης του κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών. Αναζητώντας τις ρίζες του outsourcing επιβεβαιώνεται ότι δεν πρόκειται για πρόσφατες τάσεις του μάνατζμεντ.

Outsourcing, είναι η ανάθεση υπηρεσιών και εργασιών μιας επιχείρησης σε εξωτερικό συνεργάτη. Αναφέρεται σε μεθοδολογία συνεχούς προμήθειας, με μορφή υπηρεσιών, λειτουργιών ή/ και διαδικασιών μιας επιχείρησης είτε σε μια εταιρεία που εξειδικεύεται σ’ ένα τομέα είτε σε ένα μεμονωμένο ιδιώτη. Ο όρος outsourcing μπορεί να μεταφερθεί στα ελληνικά με περιφραστικό τρόπο, ως υπηρεσίες “εξωγενών ή εξωεπιχειρησιακών πόρων” και αναφέρεται συνήθως σε αντιδιαστολή με την υλοποίηση ή παροχή των υπηρεσιών ενδοεπιχειρησιακά από ένα τμήμα της ίδιας της επιχείρησης. Ένας άλλος ορισμός για το outsourcing είναι μια δραστηριότητα στην αλυσίδα αξίας μιας επιχείρησης, όπου το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μπορεί να κερδηθεί όταν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες μπορούν να παραχθούν αποτελεσματικά και οικονομικά από άλλους προμηθευτές (McCarthy and Anagnostou, 2004, “The impact of outsourcing on the transaction costs and boundaries of manufacturing”). Εναλλακτικά, η πρακτική του outsourcing αναφέρεται πολύ συχνά και ως “απόφαση αγοράς – δημιουργίας” (make or buy decision) ή ακόμη και ενοποίηση ή διάσπαση των δραστηριοτήτων (integration/ disintegration of activities).

Το outsourcing πρόκειται για μια στρατηγική απόφαση της επιχείρησης που περιλαμβάνει την προσωρινή εκχώρηση των μη σχετιζόμενων άμεσα με την στρατηγική της επιχείρησης εργασιών ή επιχειρησιακών διαδικασιών με στόχο τη βελτίωση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος της επιχείρησης.

Η εξωτερίκευση δραστηριοτήτων ή ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους ουσιαστικά περιλαμβάνει διαχωρισμό μερικών από τις λειτουργίες της επιχείρησης που δημιουργούν αξία και την ανάθεση τους σε έναν εξωτερικό εξειδικευμένο πάροχο, ο οποίος και επικεντρώνεται σε αυτή μόνο τη δραστηριότητα. Στην πράξη μπορεί να γίνει κάλυψη των περισσοτέρων εργασιών μιας επιχείρησης, από τις πιο βασικές μέχρι τις πιο εξειδικευμένες. Έχει παρατηρηθεί ότι οι εταιρείες που επιλέγουν τη λύση του outsourcing εστιάζουν στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη νέων προϊόντων καθώς και στην αναζήτηση νέων μεθόδων μάρκετινγκ (Plambeck and Taylor, 2005, “Sell the Plant: The Impact of Contract Manufacturing on Innovation, Capacity, and Profitability”). Η δραστηριότητα η οποία θα εξωτερικευτεί μπορεί να περιορίζεται σε μία μόνο λειτουργία, όπως για παράδειγμα, πολλές επιχειρήσεις αναθέτουν σε τρίτους τη διεκπεραίωση της μισθοδοσίας των εργαζομένων, ενώ διατηρούν όλες τις υπόλοιπες λειτουργίες του τμήματος ανθρωπίνου δυναμικού εντός της επιχείρησης.

Βάσει των προσεγγίσεων του όρου της ανάθεσης υπηρεσιών σε τρίτους προκύπτει η παρακάτω κατηγοριοποίηση :

  1. Μέσω του outsourcing και της σταθερής μακροχρόνιας σχέσης συνεργασίας με εξωτερικούς προμηθευτές, εν τέλει οι τελευταίοι καταλήγουν να γίνουν στρατηγικοί σύμμαχοι της επιχείρησης.
  2. Για outsourcing επιλέγονται λειτουργίες που έχουν μικρό βαθμό ανάμιξης με τη στρατηγική της επιχείρησης και συνεπώς δε κρίνεται απαραίτητο να εκτελούνται εσωτερικά.
  3. Το outsourcing αποτελεί μία μέθοδο εκχώρησης ευθύνης, γνώσης και διαχείρισης των εξωτερικευόμενων δραστηριοτήτων μέσω της σύναψης συμβολαίων.

Φυσικά και το outsourcing δε περιορίζεται σε μία από τις παραπάνω προσεγγίσεις αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί συνδυασμό των παραπάνω χαρακτηριστικών. Στο σημείο αυτό καλό θα ήταν να διευκρινιστεί η διαφορά μεταξύ outsourcing και υπεργολαβίας (contracting out), το οποίο πρόκειται για μια εργασία που ανατίθεται σε τρίτο και περιλαμβάνει συνήθως μια συμφωνία κόστους. Περικλείει, δε, το σχεδιασμό και την υλοποίηση των σχέσεων μεταξύ παρόχου και αγοραστή. Αντίθετα, η ανάθεση υπηρεσιών σε τρίτους πρόκειται για μια μακροπρόθεσμη συνεργασία μεταξύ του προμηθευτή και αγοραστή, με μεγάλο βαθμό συμμετοχής στον κίνδυνο (risk-sharing).

Τρεις είναι οι βασικές αρχές που διασφαλίζουν μία σωστή ανάθεση δραστηριοτήτων και ολοκληρώνουν τον κύκλο: οι απαιτήσεις (requirements), ο συντονισμός (co-ordination) και η επικοινωνία (communication). Χωρίς την κατανόηση των απαιτήσεων – αναγκών και των δύο πλευρών, την απαραίτητη αμοιβαία συνεργασία και επικοινωνία ανάμεσα στις εταιρείες αγοραστές και προμηθευτές, το outsourcing ενδέχεται να οδηγήσει σε μη επιθυμητά αποτελέσματα.

Τυχόν αντιπαλότητες, ανταγωνισμός και κερδοσκοπικές συναλλαγές ανάμεσα στις δύο πλευρές σίγουρα θα οδηγήσει σε προβλήματα που δύσκολα θα μπορέσουν να επιλυθούν. Αντίθετα, θα πρέπει να υπάρχει κοινό όραμα, που θα οδηγήσει σε μια καλή και σωστή συνεργασία outsourcing η οποία δύναται να παρέχει τεράστια οφέλη στους οργανισμούς, τόσο σε βραχυπρόθεσμο όσο και σε μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα.

Είδη Ανάθεσης Υπηρεσιών σε Τρίτους

Η εξέλιξη του outsourcing σε συνδυασμό με τις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις της αγοράς, έχει δημιουργήσει μια σειρά από διαφορετικά είδη συνεργασίας μεταξύ της επιχείρησης-εκχωρητή και της εταιρείας-παρόχου. Τα κριτήρια με βάση τα οποία χωρίζονται είναι για παράδειγμα ο χρόνος αντίδρασης του παρόχου, ο βαθμός εμπλοκής της επιχείρησης και ο αριθμός των παρόχων με τους οποίους συνεργάζεται η επιχείρηση, το επίπεδο εξωτερίκευσης και η γεωγραφική τοποθεσία.

Ως προς τον χρόνο αντίδρασης του παρόχου, διακρίνονται σε:

  • Υπηρεσίες συνεχούς παροχής υπηρεσιών – performance services, με συγκεκριμένες προδιαγραφές ποιότητας

Παραδείγματα παρόμοιων υπηρεσιών είναι η παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, διοίκησης γραφείου, η παροχή υπηρεσιών τηλεφωνικής υποστήριξης κ.α.

  • Υπηρεσίες απόκρισης σε συμβάντα – reactive services όπου ο πάροχος ανταποκρίνεται όταν συμβεί κάποιο γεγονός ή αν τον ζητήσει η επιχείρηση πελάτης.

Παράδειγμα τέτοιων υπηρεσιών είναι η υποστήριξη των σταθμών εργασίας.

  • Υπηρεσίες πρόληψης – proactive, όπου ο πάροχος προσφέρει συγκεκριμένες υπηρεσίες στοχεύοντας στην πρόληψη τυχόν προβλημάτων που μπορεί να προκύψουν στο μέλλον.

Κλασσικό παράδειγμα τέτοιας υπηρεσίας είναι ο τακτικός έλεγχος ασφάλειας που διενεργείται στα πληροφοριακά συστήματα.

Ως προς τον βαθμό εμπλοκής της επιχείρησης, οι υπηρεσίες εξωτερικής ανάθεσης διακρίνονται σε:

  • Μερικό ή Επιλεκτικό Outsourcing – Partial/ Mixed Outsourcing

Απαιτείται μερική δραστηριοποίηση του τμήματος των οποίων οι δραστηριότητες ανατίθενται σε τρίτους ενώ οι υπόλοιπες παραμένουν κανονικά στο εσωτερικό της εταιρείας. Γενικώς, προτιμάται η ανάθεση ενός μέρους των δραστηριοτήτων σε εξωτερικό συνεργάτη και κυρίως αυτών που θεωρούν λιγότερο συμφέρουσες να διατηρηθούν στην επιχείρηση από κόστους όπως για παράδειγμα τη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, τις υπηρεσίες καθαρισμού κλπ. Ο συνδυασμός που επιλέγεται κάθε φορά διαφέρει από επιχείρηση σε επιχείρηση και συνήθως είναι αποτέλεσμα της ανάλυσης κόστους-ωφέλειας (cost-benefit analysis) που διενεργεί κάθε επιχείρηση προκειμένου να εντοπίσει τις δραστηριότητες εκείνες που είναι πιο αποτελεσματικό από άποψη κόστους να εξωτερικεύσει.

  • Πλήρες ή Ολικό Outsourcing – Total/ Complete Outsourcing

O πάροχος έχει την απόλυτη ευθύνη παροχής υπηρεσιών. Συνήθως το ολικό outsourcing προτιμάται, άποψη κυρίως, από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις – σαφώς και όταν υπάρχει οικονομική δυνατότητα – διότι οι μεγάλοι οργανισμοί προτιμούν να έχουν ενεργό ρόλο στις δραστηριότητες έτσι ώστε να διασφαλίσουν την εναρμόνισή με τη γενικότερη στρατηγική κουλτούρα και τους εκάστοτε στόχους που έχουν τεθεί από την επιχείρηση στο σύνολό της. Επίσης, το ολικό outsourcing είναι προτιμότερο του μερικού, λόγω του ότι προκύπτουν και λογιστικά οφέλη όπως για παράδειγμα υπάρχει μόνο μία μηνιαία πληρωμή στον πάροχο που καλύπτει τα πάντα βάσει σύμβασης (Allen and Chandrashekar, 2000, “Outsourcing services: The contract is just beginning”).

Ως προς τον αριθμό των παρόχων που χρησιμοποιούνται από την επιχείρηση:

▪  Συνεργασία με έναν πάροχο – Single Outsourcing, όπου εξωτερικεύονται εργασίες σε έναν πάροχο.

▪  Συνεργασία με πολλαπλούς παρόχους – Co – Sourcing ή Multiple Outsourcing, όπου εξωτερικεύονται οι εργασίες σε πολλαπλούς παρόχους με συνδραστηριότητα.

Ως προς το επίπεδο :

  • Σε επίπεδο έργου, όπου ξεχωριστά κομμάτια ενός έργου εξωτερικεύονται
  • Σε επίπεδο προγράμματος, όπου διαφορετικά έργα ενός προγράμματος εξωτερικεύονται
  • Σε επίπεδο τμήματος, όπου μια ολόκληρη λειτουργία ενός τμήματος εξωτερικεύεται

Το επίπεδο εξωτερίκευσης που θα επιλέξει η κάθε επιχείρηση εξαρτάται από διαφορετικούς παράγοντες. Αυτοί οι παράγοντες μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Την κρισιμότητα της εργασίας
    Εάν η εργασία είναι κρίσιμη για την επιχείρηση, είναι πιθανό να επιλέξει να εξωτερικεύσει όσο το δυνατό λιγότερο

 

  • Την εμπιστοσύνη του “πελάτη” στον “προμηθευτή”
    Όσο μεγαλύτερη εμπιστοσύνη δείχνει ο “πελάτης“ προς τον “προμηθευτή“ τόσο περισσότερες δραστηριότητες θα εξωτερικεύσει, ακόμα και τις λειτουργίες ενός ολόκληρου τμήματος

 

  • Την πιθανή μείωση των εξόδων
    Η πιθανή μείωση των εξόδων αποτελεί κριτήριο για την απόφαση της εξωτερίκευσης. Όσο μεγαλύτερη η μείωση των εξόδων, τόσο μεγαλύτερος ο όγκος των δραστηριοτήτων που θα εξωτερικευτούν.

 

  • Την επιτυχημένη πορεία του “προμηθευτή”
    Μια επιτυχημένη πορεία του “προμηθευτή” σε τέτοιου είδους συνεργασίες επιτρέπει στον “πελάτη” να δείξει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Ως προς την τοποθεσία :

  •  On-shoring
    Εξωτερίκευση δραστηριοτήτων σε επιχείρηση “προμηθευτή“ η οποία δραστηριοποιείται στην ίδια χώρα.
  •  Off-shoring
    Εξωτερίκευση δραστηριοτήτων σε επιχείρηση “προμηθευτή“ η οποία βρίσκεται εκτός συνόρων (Monczka & Thomas, 1995, “Predictors of relationships among buying and supplying firms”), σε απομακρυσμένη χαμηλού κόστους χώρα (Robinson & Kalakota, 2004, “Offshore Outsourcing: Business Models, ROI and Best Practices”). Επικέντρωση στην παγκοσμιοποίηση.
  •  Near-shoring
    Εξωτερίκευση δραστηριοτήτων σε επιχείρηση “προμηθευτή“ η οποία βρίσκεται σε κοντινή χώρα.
  •  Home-sourcing
    Εξωτερίκευση δραστηριοτήτων σε συνεργάτες οι οποίοι εργάζονται από το σπίτι.

 

Πλεονεκτήματα Ανάθεσης Υπηρεσιών σε Τρίτους

Στις περιπτώσεις που ένας οργανισμός χρειάζεται εξειδίκευση και δεν έχει τους κατάλληλους πόρους προκειμένου να προσλάβει και να εκπαιδεύσει το κατάλληλο προσωπικό, το outsourcing δείχνει να είναι η καλύτερη λύση. Οι περισσότερες επιχειρήσεις που επιλέγουν το outsourcing είναι αυτές που επιθυμούν μείωση κόστους ή προσφορά βελτιωμένων υπηρεσιών ή εξειδικευμένο προσωπικό και τεχνολογία. Παρόλα αυτά, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η διοίκηση μιας επιχείρησης όσον αφορά το θέμα της ανάθεσης υπηρεσιών σε τρίτους είναι οι στόχοι που επιδιώκει. Τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα για επιλογή του outsourcing είναι η επιθυμία συγκέντρωσης της εκάστοτε επιχείρησης σε κρίσιμες δραστηριότητες, η ανάγκη αναβάθμισης των παρεχόμενων υπηρεσιών και η αναγκαιότητα μείωσης του κόστους.

 

Τα πλεονεκτήματα ή οι βασικότεροι λόγοι εφαρμογής της ανάθεσης δραστηριοτήτων σε τρίτους είναι οι παρακάτω:

  • Μείωση Κόστους

Όπως φαίνεται και από το παραπάνω γράφημα, είναι ο βασικός λόγος που οι περισσότερες δυτικές επιχειρήσεις επιλέγουν το outsourcing. Η εξωτερίκευση μίας λειτουργίας θα μειώσει το κόστος (cost savings) όταν η τιμή η οποία πρέπει να καταβληθεί σε μία εταιρεία που εξειδικεύεται να πραγματοποιήσει αυτή τη λειτουργία είναι μικρότερη από ότι θα κόστιζε στον ίδιο τον οργανισμό εάν εκτελούσε αυτός τη λειτουργία εσωτερικά. Το outsourcing δίνει τη δυνατότητα στην επιχείρηση “πελάτη” να επωφεληθεί από πλεονεκτήματα τα οποία προσφέρει η επιχείρηση “προμηθευτής” όπως οι οικονομίες κλίμακας, η εμπειρία ή η τοποθεσία.

Αναφορικά με δραστηριότητες που απαιτούν υψηλή τεχνολογία, η επιχείρηση “πελάτης“ δεν αναλαμβάνει τον κίνδυνο της επένδυσης και της ανάπτυξης, αλλά μοιράζεται σε πολλές επιχειρήσεις “πελάτες“, με αποτέλεσμα να μειώνεται το κόστος τους. Για παράδειγμα, κάποιες εταιρείες του ίδιου κλάδου αναθέτουν υπηρεσίες σε τρίτους δίδοντας την ευκαιρία στις επιχειρήσεις “προμηθευτές” να επιτύχουν μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας, ενώ παράλληλα μειώνουν και το κόστος για τις επιχειρήσεις “πελάτες“. Επιπλέον μέσω της εξωτερίκευσης η επιχείρηση “πελάτης“ μπορεί να μειώσει πιθανούς κινδύνους μετατρέποντας τα σταθερά κόστη σε μεταβλητά.

Τέλος, οι ειδικοί μπορούν να εκτελούν μία λειτουργία σε χαμηλότερο κόστος εξαιτίας του τόπου παραγωγής. Για παράδειγμα, η Nike, εξωτερικεύει την παραγωγή των αθλητικών της υποδημάτων σε μία εταιρεία με έδρα τη Κίνα.

  • Χρηματοοικονομικά/ λογιστικά οφέλη

Σχετικό ζήτημα με τη μείωση κόστους είναι και ο έλεγχος κόστους. Στην πράξη, οι εταιρείες – πελάτες θα είναι πιο προσεκτικές αναφορικά με το κόστος, όταν επιλέγουν μία υπηρεσία σε αντίθεση με τυχόν κοστολογικές “απροσεξίες” που θα έκαναν στην περίπτωση που πραγματοποιούσαν αυτές τις υπηρεσίες “δωρεάν” στο εσωτερικό της επιχείρησης.

Η εταιρεία πάροχος αγοράζει τεχνολογικό εξοπλισμό, άλλα και ασύμφορα περιουσιακά στοιχεία ή αποθέματα. Έτσι, βραχυπρόθεσμα, αναμένονται εξοικονομήσεις λόγω των λιγότερων διαθέσιμων περιουσιακών στοιχειών και των μειωμένων εξόδων εξοπλισμού. Συνεπώς, υπάρχει ισχυρή θετική επίδραση στις οικονομικές εκθέσεις των εταιρειών πελατών.

Η βελτιωμένη οικονομική έκθεση έχει ένα επιπλέον όφελος, καθώς οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές είναι κοινή πρακτική στην τρέχουσα χρηματοοικονομική βιομηχανία, οι καλές οικονομικές εκθέσεις μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένη χρηματιστηριακή απόδοση της επιχείρησης.

  • Βελτίωση Επιδόσεων

“Προμηθευτές” που έχουν μεγάλη εξειδίκευση έχουν βελτιστοποιήσει τις διαδικασίες ελέγχου και παραγωγής και άρα μπορούν να επιτύχουν υψηλότερες επιδόσεις σε συγκεκριμένες λειτουργίες σε σχέση με μια επιχείρηση η οποία εκτελεί τις δραστηριότητες αυτές εσωτερικά. Εξειδικευμένες επιχειρήσεις “προμηθευτές” δεν μπορούν μόνο να προσφέρουν με μειωμένο κόστος, αλλά μπορούν να παρέχουν στους “πελάτες“ προϊόντα ή υπηρεσίες καλύτερης ποιότητας (Quality of Services). Μάλιστα, ο λόγος που πολλοί οργανισμοί επιλέγουν να εξωτερικεύσουν μια λειτουργία τους είναι η βελτίωση της ποιότητας. Για παράδειγμα, μια εξειδικευμένη επιχείρηση μπορεί να επιτύχει μικρότερο αριθμό ελαττωματικών εκτελώντας μία λειτουργία, επειδή εστιάζει αποκλειστικά στη λειτουργία και έχει συσσωρεύσει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στη διοίκηση ολικής ποιότητας για αυτή την συγκεκριμένη λειτουργία.

Μέσα από εκτεταμένη εξωτερίκευση δραστηριοτήτων, πολλές επιχειρήσεις έχουν δημιουργήσει δίκτυα από προμηθευτές προϊόντων και υπηρεσιών, ο καθένας με υψηλά επίπεδα ειδίκευσης στην δραστηριότητα που εκτελεί. Οι εξειδικευμένοι προμηθευτές έχουν βαθύτερη γνώση του αντικειμένου, επενδύουν περισσότερα για την εκπαίδευση του προσωπικού και έτσι μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικοί. Έτσι τους δίνεται η δυνατότητα να προσφέρουν μια καλύτερη υπηρεσία ή προϊόν σε καλύτερη τιμή ενώ παράλληλα έχουν και κέρδος.

Κίνδυνοι / Μειονεκτήματα Ανάθεσης Υπηρεσιών σε Τρίτους

Όπως κάθε σημαντική απόφαση, έτσι και η απόφαση για ανάθεση κάποιας εσωτερικής λειτουργίας της επιχείρησης σε εξωτερικό προμηθευτή ενδέχεται να εμπεριέχει και κινδύνους. Παρόλες τις προσπάθειες των διοικήσεων των οργανισμών, οι κίνδυνοι αρκετές φορές είναι δύσκολο να αναγνωριστούν και να ελεγχθούν, κυρίως γιατί ο ανθρώπινος νους τείνει να εστιάζει σε γεγονότα του παρελθόντος όσον αφορά τους κινδύνους.

Μερικοί από τους κινδύνους που εμπεριέχει η ανάθεση υπηρεσιών σε τρίτους είναι οι παρακάτω:

  • Απώλεια Ελέγχου & Συντονισμού

Tο σημαντικότερο ίσως μειονέκτημα του outsourcing είναι η μείωση του ελέγχου της επιχείρησης στις λειτουργίες που έχει εκχωρήσει – κυρίως όσον αφορά θέματα εξειδικευμένης τεχνολογίας και εργασιακά στάνταρτ – με αποτέλεσμα να μην μπορεί να παρακολουθήσει στενά τον τρόπο που εκτελούνται οι εργασίες και τον βαθμό στον οποίο η εκτέλεσή τους εξυπηρετεί τους στρατηγικούς στόχους της επιχείρησης. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημανθεί και η αδυναμία της επιχείρησης να διασφαλίζει το απόρρητο των ευαίσθητων και εμπιστευτικών δεδομένων και των συναλλαγών.

Εφόσον μια επιχείρηση αναθέτει κάποια λειτουργία της σε πάροχο, αυτομάτως σταματά να ελέγχει τη λειτουργία αλλά απλώς ενημερώνεται. Το μόνο που την απασχολεί είναι το αποτέλεσμα και όχι το πώς αυτό επιτυγχάνεται. Δεν είναι συχνά τα φαινόμενα όπου η απόσταση γεωγραφικά μεταξύ της εταιρείας και του παρόχου (κυρίως στις περιπτώσεις που ο προμηθευτής είναι off-shore) δυσκολεύει την επικοινωνία. Τυχόν διαφορά στην ώρα μεταξύ δύο χωρών μπορεί να αναβάλλει πχ τηλεφωνικές “συναντήσεις” μεταξύ των μερών. Επιπλέον, η μη πραγματοποίηση “πρόσωπο με πρόσωπο” συναντήσεων δυσχεραίνει τον εντοπισμό τυχόν διαφορών και προβλημάτων που θα προέκυπταν με την ανταλλαγή απόψεων. Παράλληλα μπορεί να προκύψουν διαφορές στην κουλτούρα ή διαφορές σχετιζόμενες με την γλώσσα μεταξύ των συνεργαζόμενων εταιρειών. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο θα πρέπει να υπάρχει καλή επικοινωνία και συνδραστηριότητα με τον πάροχο ώστε να μην εμφανιστούν απρόβλεπτα προβλήματα και ανησυχητικές ενδείξεις τα οποία ενδεχομένως να μην ανακοινώσει ο πάροχος.

  • Αλλαγή στα κόστη

Σε περιπτώσεις όπου οι οργανισμοί επιλέγουν κάποιο πρόγραμμα outsourcing με σκοπό την μείωση του κόστους, αναμένουν ταχεία εξοικονόμηση χρημάτων και γενικότερα μακροπρόθεσμες μειώσεις του κόστους. Ωστόσο, εταιρείες με εμπειρία σε διεργασίες ανάθεσης υπηρεσιών μπορούν μέσω κάποιων “σημαδιών” να καταλάβουν αν η εκάστοτε διεργασία θα επιφέρει κάποια αλλαγή στα κόστη ή θα είναι εν τέλει προβληματική. Περίπου οι μισοί από τους ερωτηθέντες σε μία έρευνα απάντησαν ότι τελικά η επιλογή του outsourcing για αυτούς ήταν πιο ακριβή λύση, όσον αφορά τη διαχείριση δραστηριοτήτων outsourcing, απ’ ότι είχαν αρχικά εκτιμήσει, καθώς επίσης και τα επίπεδα εξυπηρέτησης δεν ήταν τόσο καλά όσο αναμένονταν.

Γενικότερα οι επιχειρήσεις υποτιμούν τους διοικητικούς πόρους αλλά και τον χρόνο που πρέπει να επενδύσουν κατά την εξωτερίκευση των δραστηριοτήτων τους. Ειδικότερα υποτιμούν το χρόνο αλλά και την προσπάθεια που απαιτείται για την αποτελεσματική και αποδοτική συνεργασία με την επιχείρηση “προμηθευτή”, ειδικά εάν η δραστηριότητα η οποία εξωτερικεύεται είναι κρίσιμη για την επιχείρηση. Κάνουν το λάθος θεωρώντας πως εξωτερικεύοντας μια δραστηριότητα η οποία είναι προβληματική, το πρόβλημα έχει αυτομάτως λυθεί. Επίσης το κόστος του χρόνου σύναψης του συμβολαίου και των απαραίτητων διαπραγματεύσεων μπορεί να συντελέσουν στην αύξηση του κόστους. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε μια άλλη έρευνα διαπιστώθηκε ότι περίπου το 30% των συμβολαίων outsourcing δεν ανανεώθηκαν λόγω του ότι δεν επιτεύχθηκε η μείωση κόστους που είχε προϋπολογιστεί (Geary & Coffey – Lewis, 2002, “Are you Ready to Outsource HR”).

 

 

Πηγή : “ Διοίκηση Επιχειρησιακών Λειτουργιών” , Παπαδόπουλος Χρυσολέων, Εκδόσεις Σοφία, 2015

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here