Ραφαηλία Αποστολίδου, φοιτήτρια Οικονομικών Επιστημών Α.Π.Θ.

Με τον όρο «Λίστα Λαγκάρντ» αναφερόμαστε σε έναν κατάλογο 130.000 ονομάτων των καταθετών «μαύρου χρήματος» στην ελβετική τράπεζα HSBC. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι από τα 130.000 ονόματα, μόλις τα 2059 αφορούν Έλληνες καταθέτες!

Έχει διαπιστωθεί πως το συνολικό ποσό καταθέσεων στη Λίστα κυμαίνεται περίπου στο 1.5 δισεκατομμύριο ευρώ. Η ονομασία της οφείλεται στην Κριστίν Λαγκάρντ, την τότε Υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας. Η Κριστίν Λαγκάρντ παρέδωσε την λίστα στην Ελλάδα τον Οκτώβρη του 2010. Ευνόητο είναι πως η αποκάλυψη μιας τέτοιας λίστας διατάραξε την ισορροπία του ελληνικού πολιτικού τομέα, συγκλονίζοντας τον ευρωπαϊκό  πολιτικοκοινωνικό ιστό. Από την στιγμή που έφτασε η λίστα στη χώρα μας, «πέρασε από τα χέρια» αρκετών προσώπων του ελληνικού χώρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλές από αυτές τις προσωπικότητες βρίσκονταν ήδη στο πολιτικό προσκήνιο. Αλλά καλύτερα να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η Αποκάλυψη της Λίστας

Το 2009 ο Ερβέ Φαλτσιανί, υπάλληλος της Ελβετικής τράπεζας HSBC, ανακάλυψε έναν κατάλογο με παράνομα χρήματα που συνδέονταν με φοροδιαφυγή. Αυτός ο κατάλογος είναι γνωστός σε όλους μας ως η Λίστα Λαγκάρντ. Η Λίστα αυτή εμπεριείχε  ονόματα καταθετών, γνωστών στον επιχειρηματικό, πολιτικό, τραπεζικό και εφοπλιστικό τομέα. Αργότερα, ο ίδιος προσπάθησε να πουλήσει μέρος του καταλόγου αυτού σε μία Λιβανέζικη Τράπεζα. Αυτό έγινε εύκολα αντιληπτό από τις ισραηλινές  μυστικές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να τον αποκτήσουν. Παράλληλα, μέρη του καταλόγου που  απευθύνονταν σε Γάλλους ή άλλους Ευρωπαίους δόθηκαν στις εθνικές μυστικές υπηρεσίες των εκάστοτε χωρών.

Με τη σειρά τους, γαλλικές μυστικές υπηρεσίες ενημέρωσαν την ελληνική Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) και τον διοικητή της για την ύπαρξη καταλόγου  Ελλήνων καταθετών στην Ελβετία. Ο ίδιος μάλιστα, επικύρωσε τη συμφωνία μεταξύ Ελληνικού και Γαλλικού Υπουργείου Οικονομικών, ώστε το αρχείο να παραδοθεί στις ελληνικές αρχές. Έτσι, τον Οκτώβριο του 2010 το αρχείο παραδόθηκε στην Ελληνίδα πρέσβειρα στο Παρίσι από το επίσημο Γαλλικό Υπουργείο Οικονομικών. Έτσι, το αρχείο έφτασε στον τότε Υπουργό Οικονομικών της Ελλάδος Γιώργο Παπακωνσταντίνου με την μορφή CD.

 

Η διαδρομή της Λίστας Λαγκάρντ

Αναντίρρητα, η άφιξη του αρχείου στην Ελλάδα αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία της διατάραξης της πολιτικής ισορροπίας. Εξάλλου, το CD που είχε στην κατοχή του ο κ. Παπακωνσταντίνου περιείχε 2000 αρχεία με χρηματικά ποσά καταθέσεων.

Τον Ιανουάριο του 2011, ο Υπουργός Οικονομικών επέλεξε 10-20 ονόματα με τις μεγαλύτερες  καταθέσεις από τον κατάλογο της λίστας. Στη συνέχεια, τα παρέδωσε στον Ειδικό Γραμματέα του ΣΔΟΕ, Ιωάννη Καπελέρη, προκειμένου να διερευνηθεί  ενδελεχώς το οικονομικό τους υπόβαθρο. Είναι ανάγκη να τονίσουμε ότι ο κατάλογος αυτός διέθετε χρηματικά ποσά καταθέσεων ύψους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ. Αργότερα, ο κ. Καπελέρης δήλωσε ότι στο αρχείο που του δόθηκε δεν υπήρχαν ονόματα γνωστών επιχειρηματιών ή πολιτικών. Ωστόσο, δεν έγινε γνωστό εάν πραγματοποιήθηκε στατιστική έρευνα για αυτά τα 20 άτομα και  ποια ήταν τα αποτελέσματα της.

Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, ο κ. Παπακωνσταντίνου παραδίδει την λίστα  Ελλήνων καταθετών της HSBC στον νέο επικεφαλή του ΣΔΟΕ, Ιωάννη Διώτη. Ακολούθως, ο ίδιος εκτιμά ότι το USB που είχε στην κατοχή του ήταν άτυπο. Μια διευκρίνιση στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητη, καθώς απόρροια αυτού ήταν η αδυναμία αξιοποίησης του εν λόγω αρχείου. Κύρια αιτία ήταν η απουσία κάποιας μορφής συνοδευτικού εγγράφου που να νομιμοποιεί την ύπαρξη του.

Δύο μήνες αργότερα όμως, ο κ. Διώτης κοινοποιεί ατύπως την λίστα στον νέο Υπουργό Οικονομικών, Ευάγγελο Βενιζέλο. Ταυτόχρονα, τον ενημερώνει και για την νομική του άποψη περί εγκυρότητας της. Ο κ. Βενιζέλος, λόγω της  αδυναμίας  αξιοποίησης της,  δεν υπέβαλλε την λίστα σε διαδικασία στατιστικής έρευνας. Τη διατηρούσε στο προσωπικό του γραφείο ακόμα και μετά την οριστική  ολοκλήρωση των καθηκόντων του. Δεν την παρέδωσε, λοιπόν, στον διάδοχο του, Φίλιππο Σαχινίδη, όπως όφειλε, ούτε και σε οποιονδήποτε άλλον.

 

Λίστα αγνοείται…

Τον Σεπτέμβριο του 2012, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ πλέον, Ευάγγελος Βενιζέλος,  ευρισκόμενος εκτός Ελλάδας, μαθαίνει ότι η λίστα αγνοείται. Ακριβέστερα,  ελληνικά δημοσιεύματα ανέφεραν πως η Λίστα Λαγκάρντ δεν είχε παραδοθεί στον Ειδικό Γραμματέα του ΣΔΟΕ, Στέλιο Στασινόπουλο και αναζητείται. Χρειάζεται επίσης να σημειωθεί ότι είχε ειδοποιηθεί ήδη η εισαγγελία, η οποία προχώρησε σε  εισαγγελική έρευνα για την εξεύρεση της. Ο κ. Βενιζέλος αποκάλυψε πως η λίστα βρίσκεται ακόμα στην κατοχή του. Έτσι, την παρέδωσε στο Μέγαρο Μαξίμου, επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά,  στις 2 Οκτωβρίου 2012.

Ο τότε Υπουργός Οικονομικών δεν παρέλειψε να εκφράσει τις ανησυχίες του σχετικά με την φερεγγυότητα της λίστας.  Αυτό αποτέλεσε έναυσμα για την διέγερση ερωτηματικών, αφενός για το βαθμό εγκυρότητας της και αφετέρου για  πιθανότητα αλλοίωσης της. Ας σημειωθεί ακόμα ότι μερικοί πίστευαν στην ύπαρξη αντιγράφων της λίστας χωρίς όμως να έχει επιβεβαιωθεί ποτέ κάτι τέτοιο. Τελικά, ο τότε πρωθυπουργός, κ. Σαμαράς κοινοποιεί την λίστα στον Ειδικό Γραμματέα του ΣΔΟΕ, κ. Στασινόπουλο, ο οποίος με τη σειρά του τη διαβιβάζει στον οικονομικό εισαγγελέα, Γρηγόρη Πεπόνη. Ο ίδιος διέταξε εισαγγελική έρευνα, σκοπός της οποίας ήταν η διερεύνηση για την περίπτωση διάπραξης αδικήματος υπεξαγωγής εγγράφου σε βαθμό κακουργήματος.

 

Η Δημοσίευση της Λίστας

Στις 26 Οκτωβρίου 2012, ο εκδότης και δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης δημοσιεύει στο  περιοδικό του «HOTDOC» έναν κατάλογο φερόμενο ως Λίστα Λαγκάρντ. Σαφέστερα, ο κατάλογος απαρτιζόταν από 2059 ονόματα Ελλήνων καταθετών χωρίς το ύψος των καταθέσεων και τους αριθμούς λογαριασμών. Επακόλουθο αυτού ήταν η δίωξη που ασκήθηκε από τις αρμόδιες αρχές εναντίον του εκδότη. Ειδικότερα, στις 27 Οκτωβρίου 2012 η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών διέταξε την σύλληψη του με την κατηγορία της παραβίασης προσωπικών δεδομένων.

Μια τέτοια ενέργεια πυροδότησε πολιτικό-κομματικές αντιδράσεις σε ελληνικά, αλλά και ξένα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μέσα ενημέρωσης. Με αφορμή τις κατηγορίες εναντίον του, ο Κ. Βαξεβάνης δήλωσε: «η δημοσιοποίηση ενός ονόματος και η σχέση με την τράπεζα δεν είναι προσωπικό δεδομένο. Οι συναλλαγές με τις τράπεζες είναι δημόσιες και όταν τις κάνουμε δεν φοράμε κουκούλα». Ο δημοσιογράφος μετά την έφεση της Εισαγγελίας στην αθωωτική απόφαση του πρόεδρου του δικαστηρίου παραπέμπεται στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο. Στην νέα αυτή δίκη αποφασίστηκε ομόφωνα η αθώωση του κ. Βαξεβάνη στις 27 Νοεμβρίου του 2013.

Εν κατακλείδι, υπογραμμίζουμε ότι η Λίστα Λαγκάρντ αποτέλεσε πολύκροτο γεγονός που προκάλεσε ρωγμή στη σχέση μεταξύ πολιτών και πολιτικής διοίκησης. Η νοσηρότητα και διαχρονικότητα του γεγονότος αυτού επηρέασε βαθύτατα  πολλές άλλες χώρες, έχοντας η κάθε μία διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης. «Τρανταχτά» παραδείγματα αποτελούν η Γαλλία και Ισπανία. Κατά κοινή ομολογία, η Γαλλία κατάφερε την παλιννόστηση 252,6 εκ. ευρώ σε φόρους τους οποίους και πλήρωσαν οι φοροφυγάδες. Παρομοίως, το ισπανικό ΣΔΟΕ εισέπραξε 295,6 εκ. ευρώ μέσω φόρων. Αλλά όπως είπε και ο Δημόκριτος: «Δεν γνωρίζουμε τίποτα στην πραγματικότητα, επειδή η αλήθεια είναι στο βυθό.»

 

Πηγές:
zougla.gr, radiolasithi.gr, sigmalive.com, newsit.gr, huffingtonpost.gr

Απάντηση