Bloody hell, we screwed up

0

«Καιροί ου μενετοί» έλεγε ο Περικλής και όπως αποδεικνύουν τόσο η καθημερινότητα, όσο και η επιστήμη, είχε δίκαιο. Είμαστε λοιπόν, στο έτος 2016, έχοντας διανύσει επτά και πλέον χρόνια από το σύγχρονο “D-Day”, με χρονική αφετηρία το 2008. Τότε τοποθετείται χρονικά από τους περισσότερους οικονομολόγους το θορυβώδες ξέσπασμα της τρέχουσας οδυνηρότατης κρίσης. Ανάλογα βέβαια με τη θεώρηση του κάθε ατόμου, αυτή μετατίθεται στο χρόνο. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ποικίλουν με τα επικρατέστερα να είναι ημερομηνίες πτώχευσης θηριωδών τραπεζών, τεραστίων επιχειρήσεων, ακόμη και με το πότε το ίδιο το άτομο έχασε την εργασία του. Τα οικονομικά της ύφεσης, ή εναλλακτικά οι ανεπάρκειες της ζήτησης, αφού οι ιδιωτικές δαπάνες δεν επαρκούν για να χρησιμοποιήσουν τη διαθέσιμη παραγωγική ικανότητα, έχουν προκαλέσει καταφανή μείωση της ευημερίας μεγάλου μέρους του κόσμου. Όχι ολόκληρου, όμως. Ή καλύτερα, δε βιώνει το σύνολο της υφηλίου στον ίδιο βαθμό της συνέπειες της κρίσης, εφόσον κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η ‘Murica ή η «σκανδαλιάρικη»… Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού έθνους υφίστανται τις ίδιες οικονομικές πιέσεις με τους φτωχούς συγγενείς του ευρωπαικού Νότου, για παράδειγμα (ας κρατήσουμε τη σύγκριση στην περιοχή μας). Ούτε, φυσικά, ευσταθεί η πρόταση ότι οι προαναφερθείσες οικονομίες αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα και προκλήσεις. Σε κάθε περίπτωση, ο κόσμος δεν έχει συνέλθει πλήρως από το σοκ που υπέστη το 2008. Μάλιστα, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι δε θα πρέπει να βιαστούμε να καταγράψουμε απλώς κάποιες ημερομηνίες στα ιστορικά εγχειρίδια, μίας και προβλέπουν συνέχεια στην παράσταση, ύστερα από ένα σύντομο διάλειμμα. Με λίγα λόγια, η ασθένεια έγινε χρονία, κατά το δημοφιλές άσμα. Σημαντικό στοιχείο σε αυτό το παγκοσμίων διαστάσεων πρόβλημα που λέγεται ύφεση, αποτελεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως μας υπενθυμίζει και το έγκυρο Bloomberg Business (εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο στο http://capital.sigmalive.com/story/12656134). Όμως, γιατί αυτή η δαιμονοποίηση των τραπεζών, των ασφαλιστικών, αλλά και λοιπών επενδυτικών κεφαλαίων; Άλλωστε, όλοι επιδιώκουν (-ουμε) το κέρδος. Σωστά, τίθεται όμως η ερώτηση «Κέρδος με ποια μέσα και πέραν από τις ηθικολογίες, έως ποιο σημείο;» Η απάντηση είναι λίγο περισσότερο από περίπλοκη…

Σύντομα ύστερα από την Πτώση του Τείχους της Ντροπής και την όμοια κατάληξη της άλλοτε κραταιάς ηπειρωτικής δύναμης της Ευρασίας, επικράτησε ένα κλίμα ευφορίας σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο. Ο «κακός» είχε αποδημήσει πλέον και ήταν διάχυτη η αντίληψη πως, ελλείψει του αντιπάλου δέους, θα επικρατούσε απόλυτη ατιμωρησία. Οι τράπεζες, ελλείψει ικανού ρυθμιστικού θεσμικού πλαισίου, εκτέθηκαν σε δανειοδοτήσεις οικονομικών μονάδων, κυρίως επιχειρήσεων και νοικοκυριών, οι οποίες σύντομα θα αποδεικνύονταν επισφαλείς, δηλαδή οι δανειολήπτες βρίσκονταν σε στενή οικονομική θέση που δεν τους επέτρεπε την εξυπηρέτηση των δανείων τους. Γιατί όμως τέτοια ανησυχία για το αν οι τράπεζες, λόγω αυτής της έκθεσής τους, αντιμετωπίζουν προβλήματα; Έτσι κι αλλιώς είναι (οι περισσότερες) ιδιωτικά ιδρύματα κερδοσκοπικού χαρακτήρα και σε κάθε περίπτωση το κράτος δεν παρεμβαίνει στη λειτουργία τους· αυτές αναλαμβάνουν πλήρη την ευθύνη των οικονομικών πράξεών τους, αφού παίρνουν ρίσκα… Φιλελευθεροποίηση της αγοράς, άλλωστε. Άρα, γίνεται πολύς ντόρος για το τίποτα. Δεν έχουν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα. Παρακάτω θα πραγματοποιηθεί μία προσπάθεια κάλυψης μίας κυρίως πτυχής της σημερινής χρηματοοικονομικής κρίσης, αυτής που συνδέεται με τη φούσκα των ακινήτων και των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, με τις απαραίτητες όμως αναφορές και επισημάνσεις σε κάποια βασικά κεφάλαια της χρηματοοικονομικής θεωρίας.

1

Αρχικά, βασική προϋπόθεση για την κατανόηση του σύγχρονου οικονομικού συστήματος είναι η αποδοχή ότι το κεφάλαιο είναι αυτοεπεκτεινόμενη έννοια. Στην πρόσφατη ύφεση, για τους λόγους που θα αναλυθούν παρακάτω, αυτό στράφηκε για την επέκτασή του στην αγορά των ακινήτων, μέσω των στεγαστικών δανείων, όχι στα ομόλογα, ούτε στις μετοχές που αποτελούσαν μέχρι πρότινος οι συνήθεις τομείς δραστηριοποίησής του προς αναζήτηση ικανοποιητικών αποδόσεων. Η διαδικασία του δανεισμού δεν καθοδηγούνταν πλέον από τη θεμιτή επιθυμία των φτωχών πλην φερέγγυων ανθρώπων να αποκτήσουν ένα σπίτι, αλλά το κεφάλαιο άρχισε να ψάχνει ανθρώπους για να υπογράψουν για δάνειο. Όπως υποστηρίζουν οι ψυχολόγοι, οι άνθρωποι, ακόμη και οι ειδήμονες, έχουν διαχρονικά την τάση να κάνουν ορισμένα είδη λαθών, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση προς τα λάθη που αφορούν τον κίνδυνο. Κυριαρχούμενοι από ένα αχαλίνωτο πάθος για όλο και μεγαλύτερο κέρδος, τραπεζικά στελέχη κορυφαίων ιδρυμάτων, μπήκαν με μανία στο χορό έκδοσης δανείων για αγορά ακινήτων, χωρίς να δείχνουν τη δέουσα προσοχή στους κινδύνους που συνεπαγόταν η έκδοση δανείων προς άτομα που δεν είχαν τις απαραίτητες εγγυήσεις. Πήραν, με αυτόν τον τρόπο ένα τεράστιο ρίσκο, τοποθέτησαν, θα έλεγε κανείς, στον κόρφο τους μία χειροβομβίδα χωρίς περόνη. Έτσι, χιλιάδες δάνεια, τα λεγόμενα δάνεια NINJA, No Income, No Job or Assets, εκδόθηκαν στο όνομα ατόμων που δεν είχαν (ικανό) εισόδημα, εργασία ή ακίνητη περιουσία. Ψιλά γράμματα, παραπλάνηση, εκμετάλλευση άγνοιας ευρέος κοινού, και οφθαλμοφανή – ή ίσως όχι – για κάποιον με στοιχειώδεις γνώσεις οικονομίας, ψέματα ήταν τα βέλη στη φαρέτρα των τραπεζικών στελεχών για την απόσπαση της συγκατάθεσης και εν τέλει της υπογραφής των υποψήφιων δανειοληπτών. Στόχο αποτελούσαν κυρίως εκείνοι οι υποψήφιοι που ήταν αρκετά επικίνδυνοι για να είναι προσοδοφόροι, αλλά όχι αρκετά επικίνδυνοι για να βαρέσουν κανόνι. Γιατί ένα «κανόνι» καταστρέφει κέρδη από δεκάδες δάνεια. Όμως, σύμφωνα με το Νόμο του Murphy, που βρίσκει εφαρμογή κατά κόρον στη μηχανολογία, όταν κάτι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει. Είναι/ήταν απλά θέμα χρόνου μέχρι να δράσουν οι τοξίνες…

Τοξικά στοιχεία ενεργητικού ονομάζονται τα στοιχεία ενεργητικού ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος τα οποία δεν προσπορίζουν σε αυτό τα προβλεπόμενα έσοδα. Δεν μπορούν να αποτιμηθούν με ακρίβεια και είναι πηγές αβεβαιότητας και ανασφάλειας για ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ορισμένα προβληματικά στοιχεία ενεργητικού συνδεδεμένα με υποθήκες – μία πολυσυζητημένη έννοια – δεν έχουν τιμή επειδή δεν υπάρχει αντίστοιχη αγορά για αυτές. Πολλά όμως έχουν τιμές και υποψηφίους αγοραστές. Τέλεια, γιατί οι τράπεζες τότε δεν ξεφορτώνονται όσα περισσότερα από αυτά τα στοιχεία μπορούν, ώστε να ελευθερωθούν από την αβεβαιότητα; Η απάντηση είναι απλή: διότι αν το κάνουν αυτό θα δημιουργήσουν τεράστιες «τρύπες» στο ενεργητικό τους, καθώς η τιμή όσων στοιχείων επιδέχονται αποτίμησης είναι 70% μικρότερη από την ονομαστική τους. Επομένως, αν πράξουν κάτι τέτοιο θα είναι σαν να πυροβολούν τα πόδια τους, αφού πλέον δε θα ικανοποιούν τη βασική εξίσωση της Λογιστικής Ενεργητικό = Παθητικό, χάνοντας τη φερεγγυότητά τους, τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους. Οδηγήθηκαν με αυτόν τον τρόπο σε ένα αδιέξοδο, μια τραπεζική κρίση που δημιούργησε με τη σειρά της μία πιστωτική κρίση, η οποία απειλεί να στερήσει το διαθέσιμο οξυγόνο από τους ιστούς του σώματος της παγκόσμιας οικονομίας, αφού δυσχεραίνει την εξεύρεση κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις ώστε να προβούν εκείνες σε επενδύσεις, αυξάνοντας τις παραγωγικές δυνατότητές τους και κατόπιν τις θέσεις απασχόλησης, συντελώντας τέλος στην ανάπτυξη. Και εδώ παρεμβαίνει το κράτος, που βλέποντας μία καταρρέουσα και ασφυκτιούσα οικονομία που επιδεινώνει τη θέση του ίδιου, αφού καταβαραθρώνει την ευημερία των πολιτών του, προτίθεται να χορηγήσει ενέσεις ρευστότητας στα τραπεζικά ιδρύματα υπό δύο όρους: α) αναδιάρθρωση των ισολογισμών τους και ανακεφαλαιοποίηση, ώστε να μη βρίσκονται πλέον στον οριακό κίνδυνο χρεοκοπίας, β) συνέχιση δανεισμού χρημάτων προς την οικονομία. Σημειώθηκε παραπάνω ότι η πίστωση από τις τράπεζες, αν διακοπεί, μπορεί να προκαλέσει ύφεση. Ο τραπεζικός δανεισμός είναι, για τις επιχειρήσεις, ένας από τους τρεις τρόπους συλλογής κεφαλαίων. Οι άλλοι δύο είναι η πώληση μετοχών, δηλαδή πολύ μικρού τμήματος της επιχείρησης έναντι κάποιου αντιτίμου που, είτε κυμαίνεται ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση της μετοχής στο Χρηματιστήριο – ισχύει για τις εισηγμένες σε αυτό – είτε συμφωνείται με διμερείς διαπραγματεύσεις, και η έκδοση ομολόγων, δηλαδή ο δανεισμός από τις αγορές. Σε ότι αφορά τα ομόλογα, τρία στοιχεία κάνουν τη διαφορά: 1) η τιμή, ήτοι το αναγραφόμενο ποσό στο χρεόγραφο, 2) το επιτόκιο και 3) η ημερομηνία λήξης ή ωρίμανσής του, πότε θα καταβληθεί δηλαδή και η τελευταία δόση. Τα ομόλογα λοιπόν έχουν διαβαθμίσεις ανάλογα με τη φερεγγυότητα εκείνου που τα εκδίδει. Εναλλακτικά, η κατηγοριοποίηση του ομολόγου, όπως και το επιτόκιο, εξαρτάται από τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ο δανειστής – αγοραστής του ομολόγου, δεδομένης της πανταχού παρούσας αβεβαιότητας, αφού υπάρχει η πιθανότητα να μην μπορεί να εξυπηρετηθεί το ομόλογο. Σύμφωνα με τον διεθνούς φήμης οίκο αξιολόγησης Standard and Pours, η επενδυτική βαθμίδα με το χαμηλότερο επιτόκιο και το μικρότερο κίνδυνο είναι οι κατηγορίες ΑΑΑ, ΑΑ, Α και ΒΒΒ, που είναι και το ανώτερο δυνατό ρίσκο που μπορούν να πάρουν κάποια ιδρύματα, όπως τα ασφαλιστικά, που επιθυμούν να εξασφαλίσουν ένα έσοδο από τα χρήματα που διαθέτουν. Στον αντίποδα, υπάρχουν και τα ομόλογα σκουπίδια, γνωστά και ως junk bonds, με υψηλότατο επιτόκιο και ανάλογο επίπεδο κινδύνου, που φτάνουν έως τη βαθμίδα CCC. Πρόκειται, εμμέσως πλην σαφώς, για πιστωτικά γεγονότα ή για καταστάσεις δύσκολα αντιμετωπίσιμες.

Είναι φανερή επομένως η αβεβαιότητα που επικρατεί, αποτελώντας βασική και μη εξαιρετέα αρχή της οικονομικής ζωής. Έχει οδηγήσει μάλιστα και στη λήψη μιας σειράς μέτρων για την αντιμετώπισή της και τον περιορισμό των απωλειών από δραστηριότητες που ενέχουν κίνδυνο. Μέσα σε αυτά τα μέτρα συμπεριλαμβάνονται και οι κανόνες της Βασιλείας, πόλης της Ελβετίας, ένας διεθνώς αποδεκτός κώδικας πρακτικής στις τραπεζικές εργασίες. Μια απαίτηση που προκύπτει από την παραπάνω Συνθήκη είναι και η υποχρέωση προς τις τράπεζες να διατηρούν ένα ποσοστό των κεφαλαίων τους ως αποθεματικά για τον κίνδυνο των εκκρεμών δανείων, που εγγράφονται σύμφωνα με το Λογιστικό Σχέδιο, στο ενεργητικό των τραπεζών και τις συγκεκριμένα στις απαιτήσεις. Ο απώτερος σκοπός αυτών των κανόνων είναι η εξασφάλιση της φερεγγυότητας των τραπεζών ακόμα και σε περιόδους αναταραχής, διατηρώντας τα κεφαλαιακά επίπεδα σε ένα εύλογο ύψος. Όμως, όπως γνωρίζουμε, πάντα υπάρχουν «παραθυράκια». Η πιο κοινή πρακτική αποφυγής συμμόρφωσης με τους παραπάνω κανόνες είναι η εξής. Αρχικά ιδρύεται μία (ή περισσότερες, δε θα κολλήσουμε στον αριθμό) υπεράκτια εταιρεία ειδικού σκοπού, που έχει την έδρα της σε έναν από τους φορολογικούς παραδείσους της υφηλίου, όπου και στεγάζονται τα πλυντήρια χρήματος κάθε επιχειρηματία ή τραπεζίτη που σέβεται τον εαυτό του, εκμεταλλευόμενων τους πλημμελείς ελέγχους κεφαλαίων και τους πολύ χαμηλούς, ουσιαστικά ανύπαρκτους φορολογικούς συντελεστές. Η ίδρυση αυτής της υπεράκτιας εταιρείας γίνεται για δύο λόγους. Διευκολύνεται η απόκρυψη συμβάσεων ανταλλαγής από τον ισολογισμό της τράπεζας, δηλαδή μπορούν να μεταφερθούν τοξικά στοιχεία του ενεργητικού της τράπεζας στον ισολογισμό της off-shore. Η τράπεζα επομένως επωφελείται από το μικρότερο λόγο μόχλευσης (βλ. στο τέλος του άρθρου), αφού εμφανίζεται απαλλαγμένη από αβέβαιες απαιτήσεις, οπότε είναι φαινομενικά ασφαλέστερη, ως οργανισμός. Επιπλέον, δύναται να χρησιμοποιήσει αυτήν την εταιρεία με την οποία δε φαίνεται να έχει ύποπτες δοσοληψίες για να φοροδιαφύγει, νόμιμα λόγω των χαμηλότερων συντελεστών σε σχέση με τη χώρα όπου έχει την επίσημη έδρα της ή παράνομα με διάφορες λογιστικές αλχημείες.

Το επόμενο βήμα στη διαδικασία απόκρυψης ή «ξεφορτώματος» των σωρευμένων αβέβαιων απαιτήσεων, δηλαδή των τοξικών στοιχείων, γίνεται με την εκτεταμένη χρήση χρηματιστηριακών προϊόντων, όπως είναι τα CDO (collateral debt obligation – δομημένο χρεωστικό ομόλογο. Για τη μείωση της διάχυτης αβεβαιότητας και τον περιορισμό του κινδύνου, δημιουργήθηκαν και τα CDS ή συμβάσεις ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης. Είναι μία σύμβαση ανταλλαγής (ΣΑ) στην οποία ο αγοραστής της πραγματοποιεί σειρά πληρωμών προς τον αντισυμβαλλόμενο πωλητή και σε αντάλλαγμα δέχεται εφάπαξ πληρωμή σε περίπτωση που κάποιο πιστωτικό μέσο, ομόλογο ή δάνειο, χαρακτηρισθεί από αθέτηση του εκδότη. H τεχνολογία ενός δομημένου χρεωστικού ομολόγου ήταν γνωστή από τη δεκαετία του ’80, αλλά μόλις πρόσφατα εφαρμόστηκε σε δανειακά προϊόντα στεγαστικής πίστης, με πρωτοπόρους στο νέο αυτόν τομέα των χρηματοπιστωτικών προϊόντων να είναι οι οικονομικοί αναλυτές της αμερικανικής JP Morgan, αν και για τους λόγους που αναφέρονται παρακάτω, η ίδια δε συμμετείχε στην νεοδημιουργηθείσα αγορά. Τα CDO, καθώς και τα synthetic CDO που λειτουργούν παρόμοια, αποτελούν μια δεξαμενή χρεών προς εξόφληση από ορισμένη ομάδα δανειοληπτών, τα οποία ενοποιούνται και κατόπιν πωλούνται μέσω μιας σειράς ομολόγων που αποδίδουν διαφορετικά επιτόκια. Για τη δημιουργία τους, χρησιμοποιήθηκε η λεγόμενη τεμαχιοποίηση, τεχνική επιμερισμού των στοιχείων ενεργητικού σε διαφορετικές κατηγορίες κινδύνου και ανάλογου ποσοστού κέρδους σε συνδυασμό με την τιτλοποίηση, το διαχωρισμό δηλαδή του δανειζόμενου από το δανειστή. Η καινούργια μόδα αντιμετωπίστηκε ως παράδεισος για πολλούς τραπεζικούς κολοσσούς, όπως η UBS, η Royal Bank of Scotland, η Merryl Lynch, η Citigroup, που όρμησαν στα CDO των στεγαστικών. Σχεδιάστηκε ώστε να προσφέρει στους επενδυτές μεγαλύτερη διαφοροποίηση κινδύνου, που συνεπάγεται ο δανεισμός στεγαστικής πίστης. Τέτοια προϊόντα μεγεθύνουν ή/και συγκεντρώνουν τον κίνδυνο, λειτουργώντας ως εξής: Ο σχεδιαστής ενός προϊόντος subprime (subprime Residential Mortgage Backed Security – RMBS) αγοράζει δάνεια από όλη τη χώρα – σημειωτέον η χρήση τους ναι μεν χρησιμοποιήθηκε κατά κύριο λόγο στις ΗΠΑ, αλλά επεκτάθηκε και στον υπόλοιπο κόσμο – πολλές φορές από διαφορετικούς δανειστές. Πολλά τέτοια δάνεια μπαίνουν στο προϊόν. Επειδή το προϊόν συνδυάζει τους συγκεκριμένους κινδύνους όλων των διαφορετικών δανείων μαζί, ο επενδυτής που θα το αγοράσει είναι λιγότερο εκτεθειμένος στους επιμέρους κινδύνους του κάθε δανειζόμενου (δηλαδή κάποιος να μην μπορέσει να αποπληρώνει το δάνειό του). Ομόλογα με υψηλή πιστοποίηση (π.χ. ΑΑΑ) είναι τα πρώτα που αποφέρουν εισόδημα και τα τελευταία που θα αντιμετωπίσουν κάποιου είδους απώλεια, αλλά ταυτόχρονα έχουν και την μικρότερη απόδοση (αφού έχουν τον μικρότερο κίνδυνο). Ομόλογα με χαμηλή πιστοποίηση (π.χ. CC) αποδίδουν υψηλότερη απόδοση αλλά θα είναι και τα πρώτα που θα έχουν απώλειες εάν οι δανειζόμενοι δεν αποπληρώσουν τα δάνεια. Ίσως και 150 ομόλογα βασισμένα σε στεγαστικά δάνεια πακετάρονται σε ένα CDO, τα προϊόντα ξεπακετάρονται ανά κατηγορία πιστοληπτικής ικανότητας, έστω ΒΒΒ – λίγο πάνω από τα λεγόμενα junk bonds – και συνθέτουν ένα CDO, το οποίο πλέον έχει ολόκληρο κατηγοριοποίηση ΒΒΒ. Αυτό ανεβάζει την απόδοση που μπορεί να προσφέρει, αλλά ταυτόχρονα ανεβάζει και τον κίνδυνο για τους επενδυτές. Περίπου όπως με τα πρώτα προϊόντα RMBS, το CDO εκδίδει νέα ομόλογα, τα οποία έχουν το δικό τους επίπεδο κινδύνου και απόδοσης. Τα κομμάτια των CDO με κατηγοριοποίηση Α ή ΒΒΒ συχνά πωλούνται σε άλλα CDOs. Οι επενδυτές σε χαμηλής κατηγορίας κομματιού ενός CDO θα είναι οι τελευταίοι που θα πληρωθούν και οι πρώτοι που θα δεχτούν ζημιές. Οι οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας αρχικά έδιναν ΑΑΑ στα 3/4 των προϊόντων που εκδόθηκαν. Αλλά, όσο οι τιμές των κατοικιών έπεφταν και οι μη αποπληρωμές διευρύνονταν, οι απώλειες μεγάλωσαν τόσο ώστε πλέον η κατηγοριοποίηση έπεσε στο ΒΒΒ, η αξία των ομολόγων έπεσε και πλέον έχουμε να κάνουμε με junk bonds.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει αναφορά σε κάποια «ήθη και έθιμα» του τμήματος δανειοδοτήσεων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε Μεγάλη Βρετανία και ΗΠΑ. Στην πρώτη, τα στεγαστικά δάνεια εκδίδονταν και συνεχίζουν με κυμαινόμενο επιτόκιο, κάτι που σημαίνει ότι ακολουθούν τις διακυμάνσεις του πληθωρισμού, προς τα κάτω, οπότε και το βάρος μετατίθεται στην τράπεζα ή προς τα πάνω, που είναι και η συνηθέστερη περίπτωση, με τον αυξανόμενο πληθωρισμό να δυσχεραίνει τη θέση των δανειοληπτών. Αυτός είναι και ο κυριότερος λόγος για τον οποίο η Μεγάλη Βρετανία δεν μπήκε στην Ευρωζώνη: το επιτόκιο έχει άμεση προσωπική επίπτωση στα οικονομικά των νοικοκυριών. Οι υποθήκες των στεγαστικών δανείων, σε περίπτωση εισαγωγής στο κοινό νόμισμα, θα είχαν συνδεθεί με τα χαμηλά επιτόκια του ευρώ, το χρήμα θα ήταν φθηνότερο και η πίστωση ακόμα πιο εύκολα προσβάσιμη, άρα η φούσκα των ακινήτων που δημιουργήθηκε, θα ήταν μεγαλύτερη και η συντριβή ακόμη πιο εκκωφαντική, όπως έγινε στην Ισπανία και στην Ιρλανδία, οι οποίες χρειάζονταν μια κατακόρυφη αύξηση των επιτοκίων για να περιοριστεί ο χωρίς μέτρο δανεισμός. Επιπλέον, ένας δεύτερος λόγος που οδήγησε στη μη εισαγωγή του Ηνωμένου Βασιλείου στο ευρώ είναι ότι σε αυτή τη χώρα, οι οικονομικοί κύκλοι δεν είναι ακριβώς συντονισμένοι με αυτούς της υπόλοιπης Ευρώπης. Η Γηραιά Αλβιών λειτουργεί αυτόνομα από τους ευρωπαίους εταίρους της, τασσόμενη σαφέστατα με το αγγλοαμερικανικό μπλοκ… Τώρα, όσον αφορά στις ΗΠΑ, η νοοτροπία είναι λίγο διαφορετική. Η χρήση του σταθερού επιτοκίου ήταν πιο διαδεδομένη, αλλά όχι καθολική. Δύο ιδρύματα δημιουργήθηκαν για την υποβοήθηση του συστήματος να φέρει τον κίνδυνο που συνεπαγόταν ο εκ των προτέρων καθορισμός σταθερού στεγαστικού επιτοκίου ανεξάρτητα από τον πληθωρισμό, πράγμα που ισοδυναμεί με εν δυνάμει απώλεια χρημάτων για τις τράπεζες. Και το όνομα των θεωρητικά ιδιωτικών, αλλά στην ουσία κρατικών ιδρυμάτων που θα αναλάμβαναν το εν λόγω βάρος: Freddie Mac και Fannie Mae. Ναι, αυτές που βούλιαξαν αύτανδρες υπό το κόστος αυτών των μη εξυπηρετούμενων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, κάτι που συμπαρέσυρε ολόκληρη την αγορά σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι δύο αυτές τράπεζες, οι οποίες αποτελούσαν τους κυρίαρχους παίκτες στην αγορά στεγαστικών των ΗΠΑ, είχαν ως στόχο τη διόρθωση της ανισότητας στη δανειοδότηση νοικοκυριών μειονοτήτων, διαφόρων ευπαθών και λοιπό ομάδων που βίωναν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Εκτέθηκαν υπερβολικά όπως και πολλές άλλες τράπεζες στην αγορά των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου ή subprimes.

Είναι πλέον ανάγκη να γίνουν τρεις βασικές επισημάνσεις. Πρώτον, οι τιμές των ακινήτων έχουν την τάση να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν μακροπρόθεσμα, δεν αυξάνονται όμως φυσιολογικά περισσότερο από το υπόλοιπο της οικονομίας συν τον πληθωρισμό. Δεύτερο, το επιτόκιο είναι ένα κρισιμότατο στοιχείο για την οικονομία, γιατί καθορίζει πόσο κοστίζει το χρήμα. Υψηλό επιτόκιο συνεπάγεται ακριβό χρήμα, επομένως επιβράδυνση της οικονομίας, αύξηση της ανεργίας, μείωση της κατανάλωσης, δυσκολία εύρεσης κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις και ενίσχυση της αποταμίευσης, μία κίνηση που δεσμεύει χρήματα από την οικονομία, καταδικάζοντάς την σε στασιμότητα, λόγω της ανυπαρξίας νέων επενδύσεων. Επιπλέον, το υψηλό επιτόκιο ασκεί πολύ ισχυρές πιέσεις προς μείωση του πληθωρισμού, αφού το χρήμα είναι πολύ ακριβό και σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, μειώνει και το επιτόκιο. Αντίθετα, το χαμηλό επιτόκιο, συμβάλλει στην αύξηση του πληθωρισμού, και σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας περιόδου, που χαρακτηρίζεται από ευκολία εύρεσης κεφαλαίων, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, αύξηση της κατανάλωσης και σταδιακά αύξηση του επιτοκίου. Καθίσταται σαφές επομένως, ότι το επιτόκιο και ο πληθωρισμός είναι δύο αντίστροφες πορείες και αποτελούν δύο βασικά στοιχεία της αυτοδιορθούμενης οικονομίας.

Τρίτον, φούσκα ονομάζεται το φαινόμενο κατά το οποίο μία τάση της οικονομίας λαμβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Οι κανόνες που διέπουν αυτές τις φούσκες έχουν μελετηθεί και περιγραφεί πλήρως από τον Hyman Minsky και επιγραμματικά έχουν ως εξής: στην αρχική φάση προκαλούν εκρηκτικούς ρυθμούς ανάπτυξης στην οικονομία και ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων επενδύουν τα κεφάλαιά τους στις ανερχόμενες επιχειρήσεις ή αγορές, π.χ. στην αγορά ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, CDO, CDS, κτλ. Το φαινόμενο που προκαλεί τη μανία για επενδύσεις είναι πραγματικό. Για παράδειγμα, η εφεύρεση της ατμομηχανής και η εφαρμογή της στις σιδηροδρομικές μεταφορές ήταν η απαρχή της βιομηχανικής επανάστασης. Πιο πρόσφατα, το Ίντερνετ και οι δυνατότητες που παρείχε έκανε τους ανθρώπους να στραφούν επενδυτικά κατά μάζες στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας. Δηλαδή, η εξάπλωση της νέας εφεύρεσης, μιας καινοτομίας, προσέλκυσε επενδυτές οι οποίοι συνωστίστηκαν στις αγορές για να αγοράσουν μερίδιο από τη νέα μόδα. Αυξήθηκε δραματικά, κατά συνέπεια, η ζήτηση των μετοχών εν προκειμένω, με αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση των τιμών. Παράλληλα, αυξήθηκαν και οι επενδυτές με βραχυχρόνιο ορίζοντα επένδυσης, για τους οποίους το νέο φαινόμενο ήταν «μάννα εξ ουρανού», μια ευκαιρία για κερδοσκοπία και αποκόμιση τεραστίων ποσών. Έτσι, μπήκαν σε ένα παιχνίδι αναζήτησης αγοραστών – κορόιδων, που θα δέχονταν δηλαδή να δώσουν τα μαλλιά της κεφαλής τους για να τις αγοράσουν με την προοπτική να τις πουλήσουν και αυτοί, σε ένα ακόμη μεγαλύτερο κορόιδο, εξασφαλίζοντας ένα ικανοποιητικότατο ποσοστό κέρδους. Αυτή η κατάσταση ευνόησε τη δημιουργία τερατόμορφων όντων που, εφαρμόζοντας δημιουργική λογιστική, επεκτάθηκαν ραγδαία σε πολλούς κλάδους και στη συνέχεια, ενώ χαίρονταν την παντοδυναμία τους, ξέσπασε το σκάνδαλο και σβήσθηκαν από το χάρτη. Τρανό παράδειγμα της τελευταίας εικοσαετίας είναι η Enron, κολοσσός με ποικίλες δραστηριότητες, από εμπορία πετρελαίου έως την παραγωγή εμφιαλωμένου νερού, η τιμή της οποίας βυθίστηκε «εν μία νυκτί» και ο πρόεδρός της από αυτοκράτορας έγινε διακοσμητής εσωτερικών χώρων κάνοντας πρακτική… στο κελί του! Τέτοια κατασκευάσματα  είναι γίγαντες με πήλινα πόδια. Ακόμη, όμως και αν έχουν ακολουθηθεί εντελώς νόμιμες διαδικασίες, η ουσία είναι πως οι φούσκες είναι επιρρεπείς στο «σκάσιμο». Που συνήθως είναι εξαιρετικά ισχυρό. Αρκούν κάποιες άσχημες ειδήσεις για να τραντάξουν τη φούσκα και να προκληθεί κατάρρευση των τιμών στο Χρηματιστήριο. Ενδεικτικά, το Μάρτιο του 2000, ο δείκτης NASDAG υπέστη απώλειες ίσες με το 80% της αξίας των εισηγμένων εταιρειών, χάνοντας περίπου 5 τρισεκατομμύρια δολάρια, στο λεγόμενο “dot-com crach”!  Ύστερα από οικονομικές καταστροφές τέτοιου μεγέθους, οι επενδυτές είναι ιδιαίτερα απρόθυμοι να εκτεθούν σε νέους κινδύνους, κρατούν έτσι αποστάσεις τις μετοχές, αφού αποκαλύπτονται όλο και περισσότερες απάτες και παρατυπίες.

Κατά την περίοδο του κραχ του Ίντερνετ, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, δηλαδή της Κεντρικής τους τράπεζας, ήταν ένας άνθρωπός εγνωσμένου κύρους, με μεγάλη δύναμη που απέρρεε από τη θέση του, ο Alan Greenspan. Εκείνος, λόγω του φόβου ανακοπής του ρυθμού ανάπτυξης και επέκτασης της κατάρρευσης λόγω της συντριβής του χρηματιστηρίου, σε ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της ζωής του, σύμφωνα με μερικούς αναλυτές, προχώρησε σε περεταίρω μείωση των επιτοκίων, αν και ήταν ήδη ασυνήθιστα χαμηλά ( από 6.5% το Μάιο του 2000, έφτασαν στο 1% τον Ιούνιο του 2003, ύστερα από πολλές εκούσιες ή ακούσιες διαδοχικές μειώσεις). Η πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση – από ποιους δεν είναι απόλυτα σαφές ακόμα και σήμερα, 15 ολόκληρα χρόνια μετά – στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στη Νέα Υόρκη, στους Δίδυμους πύργους, στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, καθώς και η αβεβαιότητα που ακολούθησε μαζί με φόβους για αύξηση των τιμών του πετρελαίου, οδήγησαν τα επιτόκια σε κατακρήμνιση. Το χαμηλό επιτόκιο συνεπάγεται μεν εύκολη εύρεση κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις, σημαίνει δε και ευκολότερο, λόγω του υψηλότερου περιθωρίου κέρδους, δανεισμό προς ιδιώτες για κατανάλωση και για αγορά ακινήτων με υποθήκη. Θα ανέμενε κανείς, πιστός στη θεωρία του αυτοδιορθούμενου φαινομένου, ότι οι χαμηλές αποδόσεις θα αποθάρρυναν τους αγοραστές υποψήφιους αγοραστές των ομολόγων, οπότε λόγω της υπερβάλλουσας προσφοράς θα αυξάνονταν οι αποδόσεις. Όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις, η θεωρία διαφέρει από την πράξη. Προέκυψε ένα νέο δεδομένο του οποίου η εμφάνιση ήταν πέρα κάθε δυνατής πρόβλεψης…

Η Κίνα!! Η αχανής αυτή χώρα με πάνω από ένα δισεκατομμύριο κατοίκους – ένας στους έξι κατοίκους του πλανήτη είναι Κινέζος Χαν – γνώρισε αλματώδη ανάπτυξη αρχής γενομένης από το 1975, όταν ο τότε πρόεδρος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, ο Deng Xiaoping, ουσιαστικά αποκήρυξε τον κομμουνιστικό κρατικό προγραμματισμό, θέτοντας σε εφαρμογή ένα μεγαλόπνοο σχέδιο ανάπτυξης της χώρας του, κατά τα πρότυπα της σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς, όπως ονομάζουν οι ίδιοι οι Κινέζοι το οικονομικό τους σύστημα, στην ουσία ένας κινεζικός καπιταλισμός. Λίγα χρόνια μετά τη νίκη των Viet Cong του Βορείου Βιετνάμ έναντι του Νοτίου, και μετά τις απόπειρες κύκλων προσκολλημένων στο Mao Zedong αξιωματούχων της Κίνας για μια νέα πολιτισμική επανάσταση, ο Deng, αθόρυβα, αλλά μελετημένα, θέτει το στρατό των εργατών του στη διάθεση του παγκόσμιου κεφαλαίου. Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, η κινεζική κεντρικά κατευθυνόμενη, αν και σαφώς πιο φιλική για επενδύσεις, συγκριτικά με το παρελθόν, οικονομία γνώρισε εκρηκτική ανάπτυξη (το γεγονός ότι δεν αναπτύσσεται πια με 8%, αλλά με 6,5%, οφείλεται στην αλλαγή του αναπτυξιακού της μοντέλου, που συντελείται στις μέρες μας, με κατεύθυνση την κατανάλωση). Εκβιομηχανίστηκε ταχύτατα και σε τέτοιο βαθμό που δίκαια αποκαλείται εργοστάσιο του κόσμου. Ως αποτέλεσμα της κερδοφορίας των εξαγωγών της, η αυτοκρατορία του “Made in China/PRC” κατακλύστηκε από χρήματα. Τρισεκατομμύρια συναλλάγματος, κυρίως δολάρια, εισέρευσαν στα ταμεία της. Οι Κινέζοι ιθύνοντες αντιμετώπισαν τα κρατικά συναλλαγματικά αποθέματα… με τη σοφία του Κομφούκιου, όταν αυτά δεν εξαφανίζονταν σε διάφορες τσέπες. Μία δημοκρατική χώρα, με την πρώτη ευκαιρία θα τα επένδυε σε υποδομές, στο κράτος πρόνοιας, γενικά στην αύξηση της ευημερίας των πολιτών της. Αλλά, η Κίνα δεν έχει αυτούς τους ηθικούς περιορισμούς, καθώς δεν έχει δημοκρατικό πολίτευμα. Έτσι, αντί να βελτιώσει βραχυπρόθεσμα το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της, προτίμησε να κάνει ένα φοβερό ρουά στη Δύση και στις ΗΠΑ γενικότερα, επενδύοντας μαζικά το πλεόνασμά της στο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ. Σήμερα μάλιστα, ύστερα από κινήσεις για μείωση της εξάρτησής της από το δολάριο, κατέχει το 6% του αμερικανικού δημοσίου χρέους. Σύμφωνα μάλιστα με το αμερικανικό Θησαυροφυλάκιο, η αξία του κινεζικού μεριδίου σε αμερικανικά γραμμάτια και ομόλογα ανέρχεται σε 1,24 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Γίνεται προφανές το γεγονός ότι η Κίνα δεν ξόδεψε τα χρήματά της, αλλά επέλεξε να χρηματοδοτήσει τις δαπάνες της Αμερικής. Αυτή η απόφασή της είχε και μία παράπλευρη συνέπεια. Η κινεζική αγορά δεν πλημμύρισε με ρευστό, αλλά είχε ένα διόλου ευκαταφρόνητο έσοδο από τους τόκους και τα χρεολύσια των ομολόγων της υπερδύναμης. Κατά αυτόν τον τρόπο, διατήρησε σε χαμηλά επίπεδα τον πληθωρισμό και είχε ταυτόχρονα αρκετή ρευστότητα για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό που θα αύξαναν περεταίρω τις παραγωγικές της δυνατότητες, εξασφαλίζοντας έτσι εργασία. Εργασία στις στρατιές των ανέργων πρώην αγροτών που άρχισαν να εισρέουν στις πόλεις προς αναζήτηση εργασίας, ακόμα και με χαμηλά ημερομίσθια, στα τεράστια εργοστάσια, που παρήγαν φτηνά αγαθά τροφοδοτώντας την παγκόσμια αγορά, ενώ φυσιολογικά οι τιμές τους θα ανέβαιναν. Οι κινεζικές επενδύσεις διατήρησαν την αμερικανική κυβέρνηση σε θέση να δανείζεται φτηνό χρήμα, αφού το επιτόκιο παρέμεινε χαμηλό, και να ξοδεύει ακόμη περισσότερα χρήματα, μεγάλο μέρος των οποίων έπαιρνε πάλι την αντίστροφη πορεία, χάρη στην έκρηξη των κινεζικών εξαγωγών, σε μια εποχή που ο δανεισμός θα γινόταν πιο ακριβός. Η Κίνα αγόραζε αμερικανικά κρατικά ομόλογα ξανά και ξανά, όταν κανονικά οι χαμηλές τους αποδόσεις θα είχαν προκαλέσει την αδιαφορία των επενδυτών. Αντιστρόφως, οδήγησε σε άνοδο των αποδόσεών τους. Οι Κινέζοι θα άφηναν ευχαρίστως και άμεσα μεγάλο μέρος των αμερικανικών κρατικών ομολόγων και θα διέσπειραν τις τοποθετήσεις τους σε άλλες μορφές αποταμίευσης, αλλά δεν μπορούν πλέον να απαγκιστρωθούν εύκολα από αυτά, αφού κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μια πράξη αμοιβαίας οικονομικής καταστροφής: το δολάριο θα βούλιαζε, γεγονός που θα εξανέμιζε α) την αμερικανική κατανάλωση και β) τις κινεζικές αποταμιεύσεις, με συνέπειες, πάνω – κάτω ισοδύναμες με ένα μικρό Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε τελευταία ανάλυση, τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου είναι η ασφαλέστερη επένδυση παγκοσμίως.

 

2 3

Αριστερά: Στόχοι επιτοκίων FED (%).                                    Δεξιά: Σταθερό επιτόκιο 30ετούς

ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου.

 

Η συγκράτηση όμως σε χαμηλά επίπεδα των επιτοκίων έβλαψε την αγορά. Η αγορά ακινήτων (Real Estate) γνώρισε μία περίοδο τεχνητής ευφορίας, λόγω της ναρκωτικής κινεζικής ένεσης ρευστότητας στην αμερικανική οικονομία. Ο εύκολος και φτηνός δανεισμός έγινε καθεστώς, κάτι που προκάλεσε μια κατακόρυφη αύξηση στις τιμές των ακινήτων, κατά μέσο όρο ίση με 57,7% στις ΗΠΑ, κυρίως στις τουριστικές περιοχές, όπως η Florida και η California, σε ένα φαινόμενο που στην αγγλοαμερικανική ορολογία αποδίδεται ως asset price inflation, δηλαδή πληθωρισμός στις αξίες των ακινήτων. Ο σφυγμός αυτής της νέας εποχής όπως θεωρήθηκε, διαδόθηκε σε όλον τον κόσμο, χάρη στην παγκοσμιοποίηση και τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, και η φούσκα έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Έτσι, το σήμα ελήφθη στην Ευρώπη: η Μεγάλη Βρετανία γνώρισε αύξηση ίση με 134,7% στις τιμές των ακινήτων, ενώ η κέλτικη τίγρης και η Ισπανία, 242% και 114%, αντίστοιχα. Πώς, όμως, έφτασε η αμερικανική φούσκα των ακινήτων να μεταδοθεί στη Γηραιά Ήπειρο; Όντας η μεγαλύτερη οικονομία, η αμερικανική, καθοδηγεί σε μεγάλο βαθμό την παγκόσμια παραγωγή και την παγκόσμια οικονομία, προωθώντας σε αυτές προϊόντα και δολάρια. Πράγματι, το δολάριο αποτελεί το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα· τουλάχιστον προς το παρόν, καθώς ο κινέζικος δράκος, σε μία επίδειξη δύναμης της οικονομικής φλόγας του, η οποία ουσιαστικά συντηρεί τον υπόλοιπο πλανήτη, καταβάλει εντατικές προσπάθειες να αντικαταστήσει το δολάριο ως το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα με το γουάν, προτάσσοντας τη σταθερότητά του, έχοντας ως αρωγούς πολλές χώρες με τις οποίες διεξάγει εμπόριο, ενθαρρύνοντας την πραγματοποίηση των συναλλαγών με τα οικεία νομίσματα. Το δολάριο είναι το νόμισμα στο οποίο η πλειονότητα των άλλων κρατών δημιουργεί τα δικά της αποθεματικά σε χρήμα, καθώς και η νομισματική μονάδα στο οποίο τιμολογούνται διάφορα παγκόσμια εμπορεύματα, όπως το πετρέλαιο και ο καφές (Νο1 και Νο2 εμπορεύματα σε όγκο συναλλαγών, αντίστοιχα). Επομένως, το επιτόκιο του δολαρίου δεν είναι το παγκόσμιο επιτόκιο, αλλά από πολλές απόψεις μοιάζει να είναι. Η πτώση της τιμής των σπιτιών έχει άμεση αρνητική επίδραση στην απασχόληση μέσω της επιβράδυνσης της οικοδομικής δραστηριότητας και οδηγεί σε μείωση των καταναλωτικών δαπανών, επειδή οι καταναλωτές αισθάνονται πιο φτωχοί και χάνουν την πρόσβαση σε δάνεια επί της καθαρής αξίας των σπιτιών τους. Αυτές οι αρνητικές εξελίξεις έχουν πολλαπλασιαστικές επιδράσεις, καθώς η μείωση της απασχόλησης οδηγεί σε περεταίρω μειώσεις των δαπανών. Η αμερικανική οικονομία άντεξε αρκετά καλά στην αρχική φάση της στεγαστικής χρεοκοπίας, κυρίως επειδή η εξασθένηση του δολαρίου είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των εξαγωγών των ΗΠΑ, κάτι που βοήθησε στο να αντισταθμιστεί η πτώση της οικοδομικής δραστηριότητας.

Οι βασικές αιτίες λοιπόν της χρηματοπιστωτικής κρίσης που εμφανίστηκε μετά το 2007 ήταν η ανάληψη υπερβολικού ρίσκου από τη μεριά των τραπεζών, οι φορολογικοί παράδεισοι που λειτουργούν ως καταβόθρες – μυστικές κρύπτες τεράστιων ποσών που ανήκουν στους ευνοημένους του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, η υπερτροφία των συναλλαγών παραγώγων προϊόντων, η ύπαρξη υπερβάλλουσας ρευστότητας που ενισχύει την κερδοσκοπία και τις «φούσκες», η πολιτική μόχλευσης που χρησιμοποιείται ευρύτατα από διάφορα επενδυτικά κεφάλαια “hedge funds” και τράπεζες, η διατήρηση των επιτοκίων σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, η κερδοσκοπική λογική που έχει επικρατήσει στις αγορές εξαιτίας της οποίας οι τυχοδιώκτες κοράκια όρμησαν στα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου, με τη λεηλασία αυτή λόγω συνολικής εγκληματικής αμέλειας να λαμβάνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, αφού αφέθηκε στην ουσία να γιγαντωθεί, με σκοπό την αποκόμιση περισσότερων κερδών. Ακόμη, το κλίμα ευφορίας και η αίσθηση ισχύος της Δύσης, ύστερα από την ουσιαστική λήξη του Ψυχρού Πολέμου, με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και στη συνέχεια της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και η νίκη του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς επί του κομμουνισμού συνέβαλαν ουσιαστικά στην απορρύθμιση του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Οι προσωπικές φιλοδοξίες των στελεχών των επιχειρηματικών ομίλων, η τυφλή εμπιστοσύνη στα μαθηματικά μοντέλα κινδύνου και η «πλήρης και εις ολόκληρον» αποτυχία των αρμόδιων ρυθμιστικών αρχών, επέτειναν την καταστροφή. Δουλειά των τελευταίων ήταν να αποτρέψουν τόσο την κατάρρευση μεμονωμένων εταιρειών, όσο και τους σχετικούς κινδύνους. Τα μοντέλα διαχείρισης ρίσκων (Value-at-Risk-Models) δε, τα οποία χρησιμοποιούνται τόσο από τη Wall Street, όσο και από τις «ρυθμιστικές» δημόσιες υπηρεσίες, με στόχο τη μέτρηση των κινδύνων που απορρέουν από την «άλογη» χρήση των παραγώγων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, αποδείχθηκαν εντελώς αναποτελεσματικά. Υπεύθυνη για την αποτυχία αυτή ήταν η διαρκής πίεση για περισσότερη φιλελευθεροποίηση, περισσότερο ανταγωνισμό, περισσότερες ελεύθερες αγορές, μέσα σε μια κουλτούρα παντοδυναμίας των επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα και του χρήματος. Οι τερατώδεις παραλείψεις και τα λάθη στη διαδικασία εκτίμησης κινδύνου επέφεραν καταστροφή των δανειοληπτών οι οποίοι, βλέποντας σε ελάχιστο διάστημα τις αξίες των ακινήτων, για την αγορά των οποίων είχαν συνάψει δάνεια, να κατρακυλούν, επέλεγαν μαζικά να αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους, σταματώντας την πληρωμή των δόσεών τους, αφού πλέον τα ποσά που απαιτούνταν δεν αντικατόπτριζαν την πραγματική αξία του ακινήτου.

Τέλος, η κατάρρευση μεταδόθηκε στις τράπεζες που βρέθηκαν με δεκάδες χιλιάδες κατασχεμένα ακίνητα, χωρίς να λαμβάνουν πλέον τους τόκους, βρισκόμενες επομένως σε καθαρά μειονεκτική θέση. Ασκείται τότε συντονισμένη δράση από τις Κεντρικές τράπεζες της Ευρώπης, της Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ. Το 2008 οι απώλειες από τα subprimes υπολογίζονται σε 2 τρισεκατομμύρια δολάρια. Πλήθος χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, (Bear Sterns, UBS, Lehman Brothers, BNP Paribas, Fortis, AIG, κτλ) αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας και τον κίνδυνο πτώχευσης. Στις 14 Σεπτεμβρίου, η Lehman Brothers κηρύσσει πτώχευση. Το νέο προκαλεί πανικό σε παγκόσμια κλίμακα, γεγονός που οδηγεί τους χρηματιστηριακούς δείκτες σε διαδοχικές ιστορικές πτώσεις. Το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα κλυδωνίζεται και οι κυβερνήσεις των χωρών λαμβάνουν μέτρα στήριξης των συστημικών τραπεζών τους. Εκείνοι που κλήθηκαν στο τέλος να πληρώσουν «τα σπασμένα», ήταν τα συνήθη θύματα, οι φορολογούμενοι, οι οποίοι χρηματοδότησαν τόσο τα πακέτα ρευστότητας προς τις χρεοκοπημένες ιδιωτικές τράπεζες, όσο και τις αντίστοιχες δημόσιες, με κύριες τις Freddie Mac και Fannie Mae. Η λήψη αυτών των πακέτων ρευστότητας σήμαινε ότι οι τραπεζικοί κολοσσοί θα συνέχιζαν να λειτουργούν και να διοικούνται από αμιγώς ιδιώτες επενδυτές, χωρίς τη συμμετοχή του δημοσίου, η συμμετοχή του οποίου θα περιοριζόταν σε έναν αυστηρότερο και συνεπέστερο εποπτικό ρόλο. Ουδέποτε, χρησιμοποιήθηκε σοβαρά η απειλή της εθνικοποίησης και αυτό γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, εκτός του ότι θα φαινόταν το πραγματικό μέγεθος της καταστροφής, κάθε απόφαση της τράπεζας θα είχε ένα δυνητικό πολιτικό κόστος. Το δημόσιο απεύχεται να βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να κατασχέσει τα ακίνητα πολλών χιλιάδων ιδιοκτητών που αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τις οφειλές τους στην κρατικοποιημένη πλέον τράπεζα, υφιστάμενο έτσι εντονότερη τη λαϊκή οργή. Προκλήθηκε με αυτόν τον τρόπο, μία εντυπωσιακή επιβράδυνση της ανάπτυξης, αιφνιδιάζοντας άρχοντες και αρχομένους, που ζούσαν μέχρι πρότινος στη σφαίρα της ευδαιμονίας, της συνεχούς ανάπτυξης, όλους εκείνους θιασώτες του “American Dream”, χωρίς να ζουν απαραίτητα στην αμερικανική ήπειρο. Ήταν απλά εθισμένοι στο μότο «περισσότερα  χρήματα, περισσότερα υλικά αγαθά, περισσότερη ευημερία». Παρέβησαν έτσι την Αρχαία Ελληνική ρήση, το απόσταγμα της σοφίας του παππού Αριστοτέλη, του Σωκράτη και των λοιπών ενδόξων και μη εξαιρετέων: «Μέτρον άριστον». Η όποια παράβαση αυτού αποτελεί ὓβριν, οπότε το μυαλό του υβριστή θολώνει (ἂτη), ο ίδιος υποπίπτει σε περισσότερα σφάλματα, προκαλώντας την οργή των θεών (νέμεσις) έως την παραδειγματική τιμωρία και την καταστροφή του (τίσις). Και τα υπόλοιπα είναι απλώς ιστορία…

4

ΗΠΑ – το επίπεδο μόχλευσης των μεγαλύτερων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας.

 

Χρηματοοικονομική μόχλευση, financial leverage, είναι η διαδικασία ανάληψης χρέους με σκοπό την έναρξη, συνέχιση ή επέκταση μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας. Μια επιχείρηση ή οργανισμός θεωρούμε ότι κάνει ιδιαίτερη χρήση χρηματοοικονομικής μόχλευσης αν επιδιώκει χρηματοδότηση μέσω ξένων κεφαλαίων έναντι ιδίων κεφαλαίων, π.χ. έκδοση ομολόγων ή άλλου χρέους έναντι έκδοσης μετοχών-equity. Ορίζεται ως η χρησιμοποίηση δανειακών κεφαλαίων με σκοπό την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων. Έτσι λοιπόν, ο όρος συσχετίζει το ενεργητικό με το παθητικό τμήμα στον ισολογισμό. Γενικά, η ύπαρξη ξένου κεφαλαίου φέρνει μεγαλύτερες αποδόσεις, παρ’ όλα αυτά φέρνει αντίθετα αποτελέσματα όταν η απόδοση του ενεργητικού είναι μικρότερη από το κόστος των δανειακών κεφαλαίων. Αν η επιχείρηση αδυνατεί να καλύψει τις υποχρεώσεις της, μπορεί να πτωχεύσει. Όταν χρησιμοποιείται χρηματοοικονομική μόχλευση, τότε μεταβολές στα καθαρά λειτουργικά κέρδη επιφέρουν ακόμη μεγαλύτερες μεταβολές στα κέρδη προς διάθεση ανά μετοχή. Είναι γνωστό ότι επιχειρήσεις που ανήκουν στον τραπεζικό κλάδο έχουν συνήθως χαμηλότερη απόδοση ενεργητικού από παθητικού έναντι άλλων επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις λοιπόν αυτές είναι υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν μεγάλη χρηματοοικονομική μόχλευση, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προσφέρουν στους μετόχους τους απόδοση ιδίων κεφαλαίων παρόμοια με τις άλλες επιχειρήσεις. Αλυσιδωτά όμως, όταν χρησιμοποιείται μεγάλη χρηματοοικονομική μόχλευση στις δραστηριότητες μιας επιχείρησης τότε διάφορες μεταβολές στα καθαρά λειτουργικά κέρδη, επιφέρουν μεγαλύτερες μεταβολές στα κέρδη ανά μετοχή, άρα και στην απόδοση ιδίων κεφαλαίων. Αν λοιπόν συσχετίσουμε την μεταβλητότητα αυτή με τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο, τότε βλέπουμε γιατί η χρηματοοικονομική μόχλευση αποτελεί δίκοπο μαχαίρι. Η πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση (2007-2009) αλλά και οι περισσότερες κρίσεις (πχ. 1929) οφείλονται κατά κύριο λόγο σε αυτό που ονομάζουμε “excessive leverage”, δηλαδή επίμονη μόχλευση. Η τρέχουσα κρίση προκλήθηκε από την πιο διευρυμένη μόχλευση και τη μεγαλύτερη πιστωτική φούσκα στην ανθρώπινη ιστορία. Ο υπερβολικός δανεισμός από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και ορισμένους τομείς του επιχειρηματικού και δημοσίου τομέα, ο οποίος στόχευε να παρέχει ανάπτυξη σε διάφορες οικονομίες και τομείς, οδήγησε αντίθετα σε υπερβολική μόχλευση, δημιουργώντας παντού φούσκες: Φούσκα στη στέγαση, στις υποθήκες κατοικιών, στις μετοχές, στα ομόλογα, στις πιστώσεις, στα προϊόντα, στα ιδιωτικά και δημόσια αμοιβαία κεφάλαια, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε όλον τον κόσμο. Τράπεζες κατέρρευσαν (Lehman, ισλανδικές), πωλήθηκαν (Merrill Lynch, Bear Stearns), ή τέθηκαν ουσιαστικά υπό κρατικό έλεγχο (Fannie Mae, Freddie Mac, AIG). Παρά το γεγονός ότι η τρέχουσα κρίση ξεκίνησε στα μέσα του 2007, ήταν η πτώχευση της Lehman και τα συνακόλουθα ερωτηματικά ως προς το γιατί δεν απετράπη, που πυροδότησαν το συστημικό ρίσκο στην παγκόσμια οικονομία και διέρρηξαν την αμοιβαία εμπιστοσύνη ανάμεσα στους παράγοντες της αγοράς.

  • Καταναλωτές στις Η.Π.Α αλλά και στον αναπτυγμένο κόσμο δανείστηκαν υπέρογκα ποσά, στο πλαίσιο της μόχλευσης, χρήματα τα οποία διέθεσαν κατά κόρον σε καταναλωτικούς σκοπούς παρά για επενδύσεις.
  • Η Lehman Brothers στον ισολογισμό της έδειξε μόχλευση 30,7 φορές. (691$ δισ.περιουσιακών στοιχείων/ 22$ δισ. μετοχές)

Από τη Wikipedia, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

 

Κύριες βιβλιογραφικές πηγές για τη συγγραφή του άρθρου ήταν τα βιβλία:

Α) «Η κρίση του 2008 και η επιστροφή των οικονομικών της ύφεσης», Πωλ Κρούγκμαν, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2009.

Β) «Ουπς! Πώς φτάσαμε να χρωστούν όλοι σε όλους και να μην μπορεί κανείς να πληρώσει…», John Lanchester, Εκδόσεις Anubis, Αθήνα 2012.

Χρησιμοποιήθηκε πληθώρα άρθρων και δημοσιευμάτων από το διαδίκτυο, των οποίων οι πηγές δεν αναφέρονται

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here