Λουκία Λιάπη, φοιτήτρια  Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας Α.Π.Θ.

Η πανδημία του κορονοϊού ανέτρεψε τα δεδομένα τόσο στην παγκόσμια όσο και στην εγχώρια οικονομία. Από τον Μάρτιο του 2020 υπήρχε έντονη ανησυχία για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που επρόκειτο να φέρει η ύφεση στον οικονομικό τομέα. Για τον λόγο αυτό, η προσαρμογή στη νέα κανονικότητα της μετά-Covid εποχής απαιτεί επαναπροσδιορισμό των στόχων ενίσχυσης της ελληνικής οικονομίας.

Με το πέρασμα του χρόνου και εξαιτίας καθοριστικών γεγονότων, οι κοινωνίες τείνουν να εξελίσσονται και να προσαρμόζονται σε νέες συνθήκες. Η Ελλάδα είχε καταφέρει να χαράξει αξιόλογη πορεία στην προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης μετά την πρόσφατη κρίση χρέους. Την πορεία αυτή, όμως, ανέτρεψε η πανδημία. Εκτός από τις μεγάλες επιπτώσεις που είχε σε υγειονομικό επίπεδο, επλήγη αδιαμφισβήτητα και η οικονομία. Εντείνεται, συνεπώς, η ανάγκη σχεδιασμού μίας στρατηγικής οικονομικής ανάπτυξης, προσαρμοσμένης στα νέα δεδομένα.

Ανεξάρτητη Έκθεση για την Ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας

Στις 14 Νοεμβρίου 2020, δημοσιεύτηκε το Σχέδιο Ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία. Η Επιτροπή που συντάχθηκε για να εκπονήσει τη συγκεκριμένη έκθεση αποτελείται από οικονομολόγους που συνδυάζουν επιστημονική εξειδίκευση, καθώς και διεθνή καταξίωση. Ακόμη, διαθέτουν άριστη γνώση της αγοράς και εμπειρία σε θέματα σχεδιασμού οικονομικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τους εξής:

  • Χριστόφορος Πισσαρίδης – Πρόεδρος Επιτροπής, Καθηγητής του London School of Economics και του Πανεπιστημίου Κύπρου, που έλαβε το Βραβείο Nobel Οικονομικών το 2010
  • Νίκος Βέττας – Αναπληρωτής Πρόεδρος Επιτροπής, Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και Γενικός Διευθυντής του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών
  • Δημήτρης Βαγιανός– μέλος Επιτροπής με συντονιστικό ρόλο, Καθηγητής του London School of Economics
  • Κωνσταντίνος Μεγήρ – μέλος Επιτροπής με συντονιστικό ρόλο, Καθηγητής του Yale

 

Πρόκειται για μία εκτενή μελέτη που κατορθώνει να παρουσιάσει την παρούσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και να προτείνει τρόπους ενίσχυσης στην εποχή μετά την πανδημία. Ας επικεντρωθούμε, όμως, στους στόχους που έχει να επιτεύξει η εγχώρια οικονομία στην μετά-Covid εποχή.

 

Κεντρικός στόχος

Κατά την επόμενη δεκαετία, βασικό μέλημα της ελληνικής οικονομίας πρέπει να είναι η συστηματική αύξηση του κατά κεφαλήν πραγματικού εισοδήματος. Στόχος είναι αυτό να συγκλίνει σταδιακά με τον μέσο όρο της ΕΕ. Επιπλέον, ανάλογη σημασία έχει η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, κυρίως μέσω της κοινωνικής κινητικότητας, καθώς και η βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων.

Για να επιτευχθεί η σύγκλιση του ελληνικού με το ευρωπαϊκό εισόδημα πρέπει να πληρούνται δύο βασικές προϋποθέσεις:

  1. Αύξηση της απασχόλησης,

μέσω της μείωσης της ανεργίας και της αύξησης των ευκαιριών συμμετοχής στην αγορά εργασίας για τις υποαπασχολούμενες μερίδες του πληθυσμού, όπως οι γυναίκες και οι νέοι.

  1. Αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας,

μέσω της ενίσχυσης του παραγωγικού κεφαλαίου κατά κύριο λόγο με τη βοήθεια νέων επενδύσεων, και της ενσωμάτωσης καινοτόμων μεθόδων παραγωγής και νέων τεχνολογιών.

Επιμέρους στόχοι σχετικοί με την αύξηση της απασχόλησης και της παραγωγικότητας:

  • Η αύξηση των συνολικών πάγιων επενδύσεων (10,1% ΑΕΠ) και, ειδικότερα, των εταιρικών επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο (5,4% ΑΕΠ) σε 23% και 14%, αντίστοιχα. Τελικός στόχος, να συμβαδίζει με τον μέσο όρο άλλων μικρών ανοικτών οικονομιών της ΕΕ.
  • Η αύξηση των ιδιωτικών και δημοσίων δαπανών σε έρευνα και ανάπτυξη από το σημερινό επίπεδο του 1,2% του ΑΕΠ στον μ.ό. της ΕΕ, δηλαδή περίπου στο 2%.
  • Η σταδιακή αύξηση των εξαγωγών (37% ΑΕΠ) και, ειδικότερα, των εξαγωγών προϊόντων (19% ΑΕΠ). Ποσοστά που πρέπει να τείνουν ως προς τον μέσο όρο των άλλων μικρών ανοικτών οικονομιών της ΕΕ, που ανέρχεται στο 66% και 48% αντίστοιχα.
  • Η αύξηση του αριθμού των μεγάλων και μεσαίων επιχειρήσεων. Παράλληλα, η ενδυνάμωση των ήδη υπαρχόντων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που σε κάθε περίπτωση θα αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα. Ακόμη, η καλύτερη διασύνδεσή τους με αλυσίδες αξίας και μεγάλες επιχειρήσεις για την έμμεση ενίσχυση της συνολικής εξωστρέφειας της οικονομίας και της παραγωγικότητας.
  • Η αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα, ιδίως στους νέους (42%) και τις γυναίκες (65%) προς το 62% και 73%, αντίστοιχα, των άλλων μικρών ανοικτών οικονομιών της ΕΕ.
  • Η ενίσχυση της οικονομίας ως τοπικού κέντρου. Αυτό θα επιτευχθεί, με βάση αφενός της προσέλκυσης ανθρώπινου κεφαλαίου από την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, και αφετέρου της ιδιαίτερης ιστορίας και του πολιτισμού.

 

Flexicurity: o όρος-κλειδί για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας

Ο κ. Πισσαρίδης, σε άρθρο του στο Κ*Επιχειρείν, την ετήσια συλλεκτική οικονομική έκδοση της «Καθημερινής», κάνει χρήση του όρου «flexicurity». Ο όρος στα ελληνικά αποδίδεται ως «ευελιξία με ασφάλεια» ή απλά «ευελισφάλεια». Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, πρόκειται για έναν συνδυασμό μεταξύ ευέλικτης οικονομίας και κοινωνικής ασφάλισης.

Ως γνωστόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει την ελεύθερη αγορά με μικρά περιθώρια απόκλισης. Η οικονομική αυτή φιλοσοφία επιτρέπει την ανάπτυξη μίας οικονομικής πολιτικής με ευελιξία και ασφάλεια. Ήδη από το 1990, οι Δανοί ήταν οι πρώτοι που εφάρμοσαν το εν λόγω σύστημα. Ακολούθησαν οι Σκανδιναβικές Χώρες, οι Κάτω Χώρες, καθώς και η Αυστρία. Οι χώρες αυτές καταφέρνουν μέχρι σήμερα να ενσωματώνουν στην πολιτική τους το μοντέλο της «flexicurity». Με τον τρόπο αυτό, ενισχύουν όχι μόνο την οικονομία τους, αλλά και το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων και προστασίας.

Όντας αντιμέτωπη με την οικονομική ύφεση που προκάλεσε η πανδημία, η Ελλάδα συστήνεται να ακολουθήσει το παράδειγμα ισχυρότερων οικονομιών. Για παράδειγμα, η Σουηδία, η Δανία και η Ολλανδία αποτελούν χώρες με υψηλά εισοδήματα και χαμηλά επίπεδα ανισότητας. Όπως επισημαίνει ο κ. Πισσαρίδης, “ο ταχύτερος δρόμος για όσους ακολουθούν είναι να αντιγράψουν τις καλύτερες πρακτικές όσων προπορεύονται, με τις απαραίτητες προσαρμογές”.

Οι πυλώνες της «ευελισφάλειας»

Τρεις είναι οι καίριοι πυλώνες που διέπουν το μοντέλο της «ευελισφάλειας»:

  1. Μία εύκαμπτη αγορά εργασίας: Οι εργοδότες έχουν τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν και να απολύουν εύκολα τους εργαζομένους.
  2. Η προστασία του επιπέδου ζωής και του εισοδήματος: Διασφάλιση ότι η απώλεια εργασίας δε συνεπάγεται την υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.
  3. Ενεργητικές Πολιτικές Απασχόλησης (Ε.Π.Α.): Πρόκειται για ένα ενιαίο σύνολο πρακτικών που στοχεύουν στην ενθάρρυνση και την επανένταξη των ανέργων στην αγορά εργασίας.

Η επόμενη μέρα…

Η προσαρμογή στα νέα δεδομένα της μετά-Covid εποχής προκαλεί ανησυχίες σε όλους τους τομείς του σύγχρονου γίγνεσθαι, και κατ’ επέκταση και στον οικονομικό. Ο επαναπροσδιορισμός των στόχων, όπως προτείνεται από την ανεξάρτητη έκθεση περί της ανάπτυξης, αποτελεί βασική προϋπόθεση για να επιτευχθεί η ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας. Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε παγκοσμίως, η επίτευξη της ανάκαμψης και της ευημερίας είναι μία πολύπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία. Ωστόσο, μία στρατηγική που επικεντρώνεται σε αξίες όπως ο σεβασμός της αξιοπρέπειας του ατόμου, η αλληλεγγύη, η κοινωνική συνοχή και η ισότητα μπορεί να διευκολύνει τις αναμενόμενες αντιξοότητες της επόμενης μέρας.

 

Πηγές: Σχέδιο Ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, Κ*Επιχειρείν, socialpolicy.gr

Απάντηση