Στεφανία Πετρίδου, φοιτήτρια Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών ΠΑ.ΜΑΚ
Το να διαχειρίζεται ορθά κάποιος τους χρηματικούς πόρους του, πόσο μάλλον μεταγενέστερα να τους επενδύει, δεν έχει καθαρά σχέση με το πόσο έξυπνος είναι, αλλά γεννιέται ως αποτέλεσμα πολλών επιπλέον παραγόντων (Housel, 2020). Συμβουλευμένοι των ορισμών περί της επενδυτικής συμπεριφοράς και το τι θα εμπεριείχε ο καθορισμός του προαναφερθέντος, συναντάμε το σύνολο των αποφάσεων και προσεγγίσεων του κάθε επενδυτή, αλλά και την επίδραση από ένα σύνολο παραγόντων, όπως γνωστικών προκαταλήψεων, τάσεις μίμησης άλλων μονάδων και της μεταβλητής του ρίσκου (Baker & Nofsinger, 2010).
Παρόλο της ανάπτυξης της κλασικής οικονομικής θεωρίας, η οποία στηρίζεται στην υπόθεση ότι η ενεργή οικονομική μονάδα είναι άκρως ορθολογική με επιλογές που μεγιστοποιούν το κέρδος της, είναι δύσκολο, σχεδόν αδιανόητο στη μελέτη ενός ατόμου ή ενός συνόλου ατόμων, να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για πλήρως ενημερωμένους και ψυχρούς λήπτες οικονομικών αποφάσεων. Ένα κύμα ερευνών που διεξήλθαν τη δεκαετία του 1970 απέδειξε τη σημαντικότητα της διερεύνησης των οικονομικών επιλογών με γνώμονα την ψυχολογία (Kahneman & Tversky, 1979). Κάποια από αυτά θεωρούνται ο φόβος του ρίσκου για μια πιθανή απώλεια, η μνήμη και οι προγενέστερες εμπειρίες, το άγχος, η απληστία και η κοινωνική επιρροή. Οπότε, η οικονομική επιτυχία εν πολλοίς βασίζεται και σε παράγοντες όπως την απλή δεξιότητα του κοινωνικού όντος στη διαχείριση αλλά και στην τόλμη ή το θράσος του, χωρίς να κατέχει κάποια ιδιαίτερη ευφυΐα ή επιστημονική γνώση.
Πώς οι πρώτες εμπειρίες μας με το χρήμα διαμορφώνουν τον τρόπο που επενδύουμε;
Αρκεί μια στοχαστική ματιά γύρω μας, για να εντοπίσουμε μια μακροχρόνια αντιφατική εικόνα της εποχής μας: από τη μία, μαθαίνουμε μανιωδώς το πώς να βγάλουμε περισσότερα χρηματικά ποσά, να αυξήσουμε το εισόδημά μας, βλέπουμε κάθε λογής online μαθήματα και εκπαιδευτές να ξεφυτρώνουν από παντού υποσχόμενοι εγκάρδια ότι με την παρακολούθηση ενός σεμιναρίου ή τη χρήση οποιουδήποτε προϊόντος έχουν σκαρφιστεί, οι οικονομικές δυσχέρειές μας θα εξανεμίζονταν σχεδόν δια μαγείας, σαν να μας δόθηκε η χρυσή ευκαιρία μιας προσωπικής διασύνδεσης με έναν χρηματοοικονομικό «Χουντίνι». Από την άλλη πλευρά, παρατηρείται μια τάση μη σωστής διαχείρισης-ασυδοσίας ή φόβου. Αυτό όμως που αγνοούμε σχεδόν ενστερνικά και συνήθως υποτιμούμε είναι ότι όποια γνώση ή πληροφορία και αν απορροφηθεί από κάποιον, δεν μπορεί να παρέμβει απόλυτα στο τι έχει στο κεφάλι του (Housel, 2020/2021). Οπότε, αν αναρωτηθούμε γιατί το αντικείμενο της παρατήρησής μας συνεχώς βρίσκεται σε χρέη, θα μελετήσουμε αρχικά τις τάσεις απληστίας του ή της ανεξέλεγκτης υπεραισιοδοξίας του, και σε δεύτερο χρόνο τα χρηματοοικονομικά γεγονότα εν εξελίξει της χρονικής περιόδου. Δηλαδή, θα μελετήσουμε πρώτα την ψυχοσύνθεσή του και μετά τα χρηματοοικονομικά.
Στο βιβλίο Rich Dad Poor Dad, ο Kiyosaki (1997/2017) παρουσιάζει την ιστορία των παιδικών του χρόνων μαζί με του κολλητού του φίλου και τις αντιθέσεις ανάμεσα στους δύο γονείς τους ακόμη κι σε πράξεις καθημερινές. Ενώ ο ένας όταν θα αντίκριζε κάτι ακριβό, θα έλεγε απογοητευμένος «δεν μπορώ να το έχω!», ο άλλος αναρωτιόταν «Πώς θα μπορούσα ναέχω;» επιβραβεύοντας συνεχώς συζητήσεις περί των οικονομικών και πιστεύοντας ότι η προηγούμενη στάση του άλλου γονιού ήταν πνευματική οκνηρία. Ο Kiyosaki καταληκτικά τόνισε ότι “Η δύναμη των σκέψεων ίσως να μην μπορέσει ποτέ να μετρηθεί ή να εκτιμηθεί πραγματικά, αλλά μου έγινε ξεκάθαρο από τότε που ήμουν μικρό αγόρι ότι ήταν σημαντικό να είμαι συνειδητός σχετικά με τις σκέψεις μου και τον τρόπο που εκφραζόμουν. Παρατήρησα ότι ο φτωχός μου πατέρας ήταν φτωχός όχι λόγω του ποσού των χρημάτων που κέρδιζε, το οποίο ήταν σημαντικό, αλλά λόγω των σκέψεων και των πράξεών του”
Στο άρθρο της Kuhnen (2023), ερευνήτριας στη νευροοικονομία, στο AvantisInvestors, αναφέρεται ότι: «Οι χρηματικές αποφάσεις των ανθρώπων διαμορφώνονται από τις προσωπικές τους εμπειρίες. Τα παρελθόντα κέρδη και οι απώλειες επηρεάζουν το πώς αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο και την ευκαιρία, συχνά περισσότερο από τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των επενδυτικών επιλογών που είναι διαθέσιμες εκείνη τη στιγμή». Αυτή η θέση στηρίζεται και σε μία έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2006 από τους Malmendier και Nagel (2011), οι οποίοι μετά από επισκόπηση των οικονομικών των καταναλωτών της Αμερικής με στοιχεία που ανέρχονταν έως 50 χρόνια πριν, κατέληξαν ότι οι επενδυτές είναι κυρίως επιρρεπείς στις προσωπικές τους εμπειρίες, ιδιαίτερα σε εκείνες των πρώτων χρόνων της ενήλικης ζωής τους, αντί να αποφασίζουν βάσει των αντικειμενικών στόχων τους (Housel, 2020/2021).
Συνεπώς, αν ο τρόπος επένδυσης του καθενός βασίζεται στα βιώματά του, η κάθε προσέγγιση ακόμη και του ίδιου οικονομικού προβλήματος θα είναι τελείως ξεχωριστή και μοναδική, και η ακριβής αναπαραγωγή της από έναν τρίτο επενδυτή θα είναι σχεδόν αδύνατη (Housel, 2020/2021). Αντιστοίχως, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτές οι επερχόμενες συμπεριφορές του ατόμου-επενδυτή έχουν μεγαλύτερη βάση επηρεασμού στην οικονομική του κατάσταση.
Ποιος είναι ο ρόλος της εμπειρίας και της κοινωνικής επιρροής πάνω στην οικονομική καταστροφή κάποιου;
Ας αναλογιστούμε τον χρόνο δοκιμών και εμπειρίας πάνω στη διαχείριση. Είναι απολύτως αναμενόμενο να διδασκόμαστε για το χρήμα μέσα από εμπειρίες που αποκτούμε σε βάθος χρόνου, μέσω αποτυχιών και επιτυχιών μας, και να γεννιέται η αίσθηση αβεβαιότητας, καθώς ο κόσμος που μας περιβάλλει έχει από καιρό χάσει τα σαφή περιγράμματά του και παρουσιάζει μια έντονη ρευστότητα. Άλλωστε, μέσω της τριβής του καθενός και της σχέσης του με το χρήμα, βλέπουμε να εξελίσσονται πολλά διδάγματα και το χρήμα έτσι γίνεται κάτι που έχει αμιγώς κοινωνικά ερεθίσματα. Είναι, συνεπώς, σημαντικό. να μην μένουμε προσκολλημένοι σε παρελθοντικούς πειραματισμούς, αποκλείοντας μελλοντικές ευκαιρίες λόγω αρχικής αμέλειας.
Στο βιβλίο The Art of Thinking Clearly, ο Dobelli (2013) τοποθετεί ένα δίλημμα: τη διαμονή σε μια αίθουσα προβολής ταινιών παρά τη μεταμέλεια για την επιλογή της ταινίας. Υπάρχει η επιλογή διακοπής της δυσάρεστης διαδικασίας ή η παραμονή μέχρι το τέλος επειδή το αντίτιμο του εισιτηρίου έχει ήδη καταβληθεί. Πρόκειται για την πλάνη του βυθισμένου κόστους (Sunk Cost Fallacy), όπως τονίζει ο Dobelli. Θα μπορούσαν να καθίσουν ως το τέλος της ταινίας ασπαζόμενοι την πεποίθηση ότι το χρηματικό ποσό που είχε δοθεί δεν θα «πάει χαμένο», όμως ο χρόνος που συνέχιζαν να αφιερώνουν σε αυτό πρόσθετε μερίδιο στο προυπάρχον κόστος. Με αυτό το παράδειγμα συμπεραίνεται ότι το βάρος του αρχικού επενδυτικού λάθους εκτινάσσεται στα ύψη όσο η μονάδα δεν το βλέπει ως ένα μάθημα και δεν προσπαθεί να εξελιχθεί μέσω αυτού. Ειρωνικά, και στις επενδύσειςβλέπουμε την ίδια συμπεριφορά αφού συχνά πολλοί επενδυτές ενώ βλέπουν την τιμή ενός stock να πέφτει, δεν έχουν εύκολα την δυνατότητα να το μεταπωλήσουν προσκολλώντας σε αυτό γιατί ξόδεψαν ένα ποσό το οποίο δεν μπορούν να αγνοήσουν εθελοτυφλώντας στην πεποίθηση ότι κάποτε η θυσία τους θα αποδοθεί.
Επιπρόσθετα, η διαχείριση και επένδυση του διαθέσιμου κεφαλαίου του καθενός κρίνεται από την κοινωνική επίδραση του κύκλου της μονάδας που εξετάζουμε. Το άτομο αναζητά συχνά την κοινωνική αποδοχή για την κατοχύρωση της αίσθησης της συμπεριληπτικότητάς του, ενώ συχνό φαινόμενο είναι να ωθείται σε επενδυτικές κινήσεις αναλόγως του κοινωνικού περίγυρού του. Σημαντικό όμως είναι να μην προέρχεται ο επηρεασμός από πηγές μη αξιόπιστες ή και διεφθαρμένες δημιουργώντας μεγαλύτερες πιθανότητες απογοητεύσεων και πλήρους παράδοσης των προσπαθειών (iResearchNet).
Σύνηθες φαινόμενο σε άτομα με σχετική χρηματική ευχέρεια, ενώ αντικειμενικά είναι δυνατόν να θεωρηθούν πιο οικονομικά ασφαλή με λιγότερες πιθανότητες χρεοκοπίας, είναι η ανάπτυξη ανώριμων συμπεριφορών επίδειξης, ατέρμονης σπατάλης ή εφησυχασμού. Ο διαμοιρασμός και η γενική χρήση των χρηματικών πόρων χρειάζεται υπομονή και σίγουρα όχι απληστία.
Τι σημαίνει πραγματικά οικονομική ωριμότητα;
Στην προσπάθεια κάποιου να αποσχιστεί από περιπτώσεις που ενστερνίζονται λούπες πλασμένες με την καθησυχαστική αύρα της σιγουριάς μιας πεπατημένης, είναι υγιές και επικερδές να επενδύσει πάνω σε οικονομικούς συμβούλους και στη μόρφωση του ιδίου. Η οικονομική σκέψη χτίζεται, μαθαίνεται και εξελίσσεται. Συχνά, η επιλογή λάθος συμβούλων μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, καθώς και η άγνοια κρατάει την κάθε μονάδα καθηλωμένη σε μία αργή ή σχεδόν μη επικερδή εξέλιξη. Τέλος, κάτι που θεωρείται αναπόσπαστο κομμάτι είναι οι βλέψεις και οι στόχοι του ιδίου. Είναι σημαντικό να θέτονται μακροπρόθεσμοι στόχοι και ο ίδιος να βασίζεται με πειθαρχία και ψυχική συγκρότηση σε μια συνεχή προσπάθεια για την κατάκτησή τους (Kiyosaki, 1997/2017).
Συμπεράσματα
Μέσα στην σκληρή πραγμάτωση που προσφέρει απλόχερα το χρήμα και τα παρερχόμενα αυτού, ένα άτομο χωρίς κάποια πίστη και σταθερότητα είναι σχεδόν καταδικασμένο σε ένα μανιώδες κυνηγητό που προμηνύεται να καταβάλει, όσο ορίζεται σαν παράδοση από το ίδιο, περισσότερη ψυχική ενέργεια και χρόνο. Η κακή αποτελεσματικά επενδυτική ζωή κάποιου συνήθως απορρέει από την υπερεκτίμηση των ικανοτήτων του (overconfidence bias), είτε των διαθέσιμων πόρων του, τις ανασφάλειες και τους φόβους αυτού, καθώς και τις κοινωνικές επιρροές οι οποίες μπορεί να τον κατευθύνουν (Pompian, 2006).
Η μαεστρία των επενδύσεων προϋποθέτει λοιπόν μια χαριτωμένη μίξη συναισθηματικών ικανοτήτων, λογικής και σωστής προσέγγισης των παρελθοντικών εμπειριών (Kahneman, 2011). Όπως επισημαίνεται στη διεθνή βιβλιογραφία, η ικανότητα του επενδυτή να αναγνωρίζει τις δικές του γνωστικές προκαταλήψεις αποτελεί το πρώτο βήμα για τη λήψη ορθολογικότερων αποφάσεων (Baker & Nofsinger, 2010).
Βιβλιογραφία
- Baker, H. K., & Nofsinger, J. R. (2010). Behavioral finance: Investors, decisions, and markets. John Wiley & Sons.
- Housel, M. (2020). The psychology of money: Timeless lessons on wealth, greed, and happiness. Harriman House. Προβολή στο Harriman House
- Kahneman, D., & Tversky, A. (1979). Prospect theory: An analysis of decision under risk. Econometrica, 47(2), 263-291. Προβολή στο JSTO
- Housel, M. (2021). Η ψυχολογία του χρήματος: Διαχρονικά μαθήματα για τον πλούτο, την απληστία και την ευτυχία (Κ. Γεώρμας, Μεταφρ.). Εκδόσεις Ίριδα. (Πρωτότυπη έκδοση 2020).
- Kuhnen, C. (2023, July 11). How context and personal experience shape financial decisions. Avantis Investors.
- Malmendier, U., & Nagel, S. (2011). Depression babies: Do macroeconomic experiences affect risk taking? The Quarterly Journal of Economics, 126(1), 373–416.
- Dobelli, R. (2013). The art of thinking clearly (N. Griffin, Trans.). Harper. (Original work published 2011).
- Housel, M. (2021). Η ψυχολογία του χρήματος: Διαχρονικά μαθήματα για τον πλούτο, την απληστία και την ευτυχία (Κ. Γεώρμας, Μεταφρ.). Εκδόσεις Ίριδα.
- iResearchNet.Psychological factors in investment decisions. Psychology Research Net.
- Kiyosaki, R. T. (2017). Rich dad poor dad: What the rich teach their kids about money that the poor and middle class do not! (20th Anniversary ed.). Plata Publishing. (Original work published 1997).
- Baker, H. K., & Nofsinger, J. R. (2010). Behavioral finance: Investors, decisions, and markets. John Wiley & Sons.
- Kahneman, D. (2011). Thinking, fast and slow. Farrar, Straus and Giroux.
- Pompian, M. M. (2006). Behavioral finance and wealth management: How to build optimal portfolios that account for investor biases. John Wiley & Sons.

